Δυο ηλικιωμένοι είδαν έναν πλούσιο να παρενοχλεί μια σερβιτόρα. Αυτό που ακολούθησε είναι απίστευτο..

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι βλέπουν τα πράγματα πολύ διαφορετικά από τους νεώτερους. Αυτό ίσως να οφείλεται στην εμπειρία τους, ίσως πάλι και να οφείλεται στο ότι έζησαν σε μια εποχή πολύ διαφορετική από την σημερινή.

Για παράδειγμα αν δουν κάποιον που χρειάζεται βοήθεια, θα τον βοηθήσουν με πολύ διαφορετικό τρόπο από έναν νεότερο.

Η ιστορία που ακολουθεί το αποδεικνύει αυτό με τον καλύτερο τρόπο..

Δυο ηλικιωμένοι είδαν έναν πλούσιο να παρενοχλεί μια σερβιτόρα. Αυτό που ακολούθησε είναι απίστευτο..

«Οι εργαζόμενοι συχνά ρωτούν τους συνταξιούχους πως περνούν τις μέρες τους. Τι κάνουν για να μη βαριούνται. Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, αλλά θα σας μιλήσω για εμάς.

Τις προάλλες, για παράδειγμα, η σύζυγός μου και εγώ, πήγαμε στην πόλη και κάτσαμε σε ένα εστιατόριο για φαγητό. Ήταν ένα πολύ ήσυχο, όμορφο μέρος.

Αλλά όλα άλλαξαν όταν ήρθαν στο εστιατόριο δυο νεαροί που γέλαγαν και μιλούσαν δυνατά. Το έπαιζαν έξυπνοι και μάλλον ήταν και αρκετά πλούσιοι γιατί τους είδαμε να παρκάρουν από έξω ένα υπερ-πολυτελέστατο σπορ αυτοκίνητο.

Κάθισαν σε ένα τραπέζι και ήταν τόσο ενοχλητικοί, που όλοι είχαν γυρίσει και τους κοίταζαν.

Ειδικά ο ένας συμπεριφέρονταν άθλια ακόμη και στις σερβιτόρες. Όταν πήγε μια κοπέλα να τους πάρει παραγγελία, της μίλαγε με ύφος και την κορόιδευε που δεν ήξερε από έξω το μενού. Μετά με τον φίλο του σχολίαζαν την εμφάνιση της, τον τρόπο που στέκονταν όρθια, ακόμα και τα μαλλιά της. Και όλα αυτά μπροστά της. Η κοπέλα με μεγάλη δυσκολία προσπαθούσε να μην βάλει τα κλάματα.

Οι υπόλοιποι πελάτες απλά κοίταζαν. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να βοηθήσει το καημένο το κορίτσι.

Τελειώσαμε το φαγητό μας και πληρώνοντας, αφήσαμε ένα καλό φιλοδώρημα στη σερβιτόρα.

Φεύγοντας, την ρώτησα γιατί δεν ενημέρωσε τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου για τον αγενέστατο νεαρό.

Μου είπε: «Το πρόβλημα είναι, ότι αυτός είναι ο γιος του. Δεν μπορώ να κάνω κάτι, μόνο υπομονή γιατί χρειάζομαι τη δουλειά».  

Βγήκαμε ήσυχα από την πόρτα.

Έξω είδαμε έναν αστυνομικό που είχε βγάλει το μπλοκάκι του και έγραφε κλήση. Πήγαμε κοντά του και του είπα:

«Έλα, τώρα φίλε μου. Γιατί δεν κάνεις μια εξαίρεση σε δυο ηλικιωμένους ανθρώπους;»

Μας αγνόησε και συνέχισε να γράφει τη κλήση.

Τον αποκάλεσα «ηλίθιο».

Σήκωσε το βλέμμα, με αγριοκοίταξε και άρχισε να γράφει μια καινούργια κλήση επειδή είχα φθαρμένα ελαστικά.

Η Κέιτ νευρίασε και τον αποκάλεσε «βλάκα».

Τελείωσε το γράψιμο της δεύτερης κλήσης, την έβαλε και αυτή στο παρμπρίζ μαζί με τη πρώτη και άρχισε να γράφει καινούργια.

Όλο αυτό συνεχίστηκε για περίπου 20 λεπτά.

Όσο περισσότερο τον βρίζαμε, τόσες περισσότερες κλήσεις έκοβε.

Αλλά προσωπικά δεν μας ενδιέφερε καθόλου. Έτσι και αλλιώς είχαμε έρθει στη πόλη με το λεωφορείο.

Δεν νομίζω να μπορούσαμε να κάνουμε κάτι καλύτερο για την γλυκιά σερβιτόρα. Άλλωστε έπρεπε να δώσουμε στον κακομαθημένο νεαρό ένα πολύ καλό μάθημα».