Μαλβίνα: «Πήγαινε πιες νερό, δεν ήπιες όλη μέρα»

«Πήγαινε πιες νερό, δεν ήπιες όλη μέρα».

Και μέσα σε αυτή την ατάκα, συνόψισα τα πάντα…
Μαλβίνα: «Πήγαινε πιες νερό, δεν ήπιες όλη μέρα»
Διόλου πια με ενδιέφερε αν θα μου φέρει ποτέ λουλούδια και τσάντα από κροκόδειλο, το ίδιο κάνει.

Εκείνο το «δεν ήπιες νερό όλη μέρα», ήρθε και ακούμπησε πάνω στην άλλη του κουβέντα: «Σήμερα πρέπει να σε βγάλω στον ήλιο».

-Αυτά είναι τα μόνα αληθινά δώρα και άντρας είναι αυτός που δεν σ’ αφήνει να ξεραθείς…

-Να μαραθείς, είπα.

-Να ξεραθείς -είπε αυτή- και έχει διαφορά. Που ένα ποτήρι με νερό της φτάνει.

Άντρας είναι αυτός που σου διασφαλίζει μια τέτοια γυναικεία, προστατευμένη ζωή, ώστε αν χρειαστεί να την αφηγηθείς στη μάνα σου, να μη ντραπείς, να μη σε λυπηθεί, να μην ανησυχήσει.

Ιδίως να μη μπει στη λογική να σου φέρει αυτή εκείνο το ποτήρι το νερό που λέγαμε.

 

Μαλβίνα Κάραλη, «Τα χρυσαφένια λέπια του κροκοδείλου» – απόσπασμα