Μενέλαος Λουντέμης: «Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά»

Μενέλαος Λουντέμης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Ένας συγγραφέας λυρικός και από τους πιο πολυδιαβασμένους. Ένας συγγραφέας που η πένα του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό.

Μενέλαος Λουντέμης: «Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά»

Οι κοινωνικές ανισότητες, η φτώχεια, η αδικία, και ο ανεκπλήρωτος έρωτας κινούνται γύρω από τα μυθιστορήματά του με όχι επαγγελματική γραφή, αλλά με μια βαθιά επιθυμία να παρουσιάσει την πραγματικότητα.

Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ’ ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου.

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

 

Διαβάστε κάποια αποφθέγματα αλλά και αποσπάσματα από τα έργα του:

  • Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.
  • Αν είσαι καλός πού ’ναι οι οχτροί σου;
  • Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν.
  • Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά!
    Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
  • Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες
  • Φοβού τον Θεόν αλλά τρέμε τους πιστούς του!
  • Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται; («Αγέλαστη Άνοιξη»)
  • Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί.
  • Εάν βυθισθώμεν, ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην!
  • Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.
  • Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ’ τα παρακάλια έγιναν.
  • Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων.
  • Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος (η πρώτη φράση από το «Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα»)
  • Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι.
  • Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;
  • Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα, ήρθαν τα γηρατειά… (“Θυμωμένα Στάχυα”)
  • Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που αποφασίζουν γλήγορα. Σπάζουν εύκολα το κεφάλι τους κι ησυχάζουν.
  • Όλοι είμαστε άνθρωποι. Άνθρωποι που ήρθαμε για να φάμε όχι μόνο το μέλι αλλά και το κεντρί.
  • Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες;
  • Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ.

«Και περνούσα τις μέρες μου,
με τα χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα όνειρά μου συγυρισμένα.
Με τα ποιήματά μου καθαρογραμμένα…
Γιατὶ έτσι τα ῾βλεπα.
Ἔτσι νόμιζα».

 

«Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις, έλα να τ᾿ ακούσουμε μαζί».

 

«Το καπάκι του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος! Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το “ευγενέστερον ζώον”… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα!

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων. Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς.

Ζωντανός θα πει περήφανος! Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά “που πρέπει”… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση», από το “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα”.

 

«Η αγάπη είναι σαν τα πουλιά. Δυο – δυο. Δε γίνεται παραπάνου. Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι. Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές», από το “Συννεφιάζει”.

«Αν δε βρεθεί να πεθάνει κανείς για τη λευτεριά τότε θα πεθάνει η ίδια η λευτεριά. Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν. Χρειάζεται πολύς καιρός για να μάθεις αν ένας άνθρωπος είναι καλός ή κακός», από τα “Θυμωμένα στάχυα”.

 

«Έχουμε την ανάγκη της, γι` αυτό δεν έρχεται. Σ` αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο μας λείπει ακριβώς εκείνο που θέλουμε. Μας λείπει, γι`αυτό το θέλουμε! Αν είχαμε όσα θέλαμε τι θα μας έλειπε; Κι αν δεν μας έλειπε τίποτα, τι θα επιθυμούσαμε; Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς πεθυμιές; Όχι, να μου απαντήσεις!

Αγαπητέ μου φίλε, αλλοίμονο στον άνθρωπο που δεν απότυχε ποτέ. Κλάψ` τον! Πάρε όλα τα έργα. Δίπλα στα πολύ μεγάλα υπάρχουν τα πολύ μικρά. Και να το ξέρετε: Τα μεγάλα υπάρχουν χάρη στα μικρά. Μια μεγάλη αποτυχία φέρνει μια μεγαλύτερη επιτυχία. Ποτέ όμως η μεγάλη επιτυχία δε φέρνει μια μεγαλύτερη. Άμα πετύχαινε ο άνθρωπος στην πρώτη εξόρμηση, δε θα `κανε δεύτερη. Η δόξα είναι μια κορυφή που για να την ανέβεις πρέπει πρώτα να κατέβεις.

Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Από εκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε», από το «Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος».

«Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει… τρέχει… ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις «όχι» στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ` ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν` ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο».

Κάτω από το πευκάκι ο κόσμος γίνεται απέραντος. Σωπαίνουν όλες οι φωνές που είχες μέσα σου. Γίνεται ησυχία. Οι ιδέες που βουίζουν μεσ` στ` αυτιά σου….τα παράπονα που φουσκώνουν το στήθος σου…Οι έγνοιες που χουν εκεί μέσα την φωλιά τους…Όλα πέφτουν στο νερό, σκορπούνε, χάνονται. Ακουμπάς στη ρίζα,αντίκρυ στην πεντάμορφη πόλη. Ύστερα κλείνεις την πόλη όξω απ` τα μάτια σου, και φέρνεις στη θέση της ένα κήπο. Δάσος οινερατζιές…και το παγκάκι ολομόναχο κάτω από μια νερατζιά. Είναι τα μάτια της λαμπερά και σε λούζουν. Κείνη λέει τ`ονομά σου πολλές φορές. Ακουμπάει το χέρι της στην άκρη των μαλλιών σου -έτσι. Κι εσύ ο νιώθεις -το χέρι της!- το νιώθεις να κοκκινίζεις απ`την ντροπή. Τόσο όμορφο, τόσο ντροπαλό χέρι…πάει, δεν είναι πια να ξαναγίνει.
Ύστερα κάτι γίνεται κι όλα σταματούν… Οι νερατζιές απόμειναν σκυφτές από πάνω μας…Το φιλί της μοσχοβολούσε νιότη!… Αλίκη…Τ`ονομά σου έμεινε στα χείλη μου σαν το κλαδάκι της βραδυνής μας νερατζίας.Το κρατώ και μοσχοβολά ο κόσμος.
Τάρα (αγάπη μου…αγάπη μου..), τώρα ζηλεύω το παγκάκι που ακουμπούσε το φουστάνι σου…Και ζηλεύω και τον εαυτό μου που ήταν εκεί και το `δε…. Αλίκη.. θέλω να πω ένα τραγούδι και φοβάμαι μην καεί το στόμα μου.

Μα βλέπεις, η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει την ζωή μας….Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν την χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθηση της. Και την ξαναποκτούμε μόνο ότν την χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν`την τραγούδια,ξενύχτια. Καν`την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην την μοιρολογάς.Είναι σαν να την βρίζεις.Σαν να τη κλεινεις τον δρόμο να ξανάρθει», από το «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»