Παγκόσμιο μνημείο κατά του ρατσισμού θα χτιστεί στη Θεσσαλονίκη. Θα είναι εξαώροφο, κυκλικό, όλο από μέταλλο και γυαλί

Εξαώροφο κυκλικό κτίριο από μέταλλο και γυαλί, που θα υψωθεί στον ιστορικό τόπο της αρχής του τέλους 55.000 Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης, θα αλλάξει τον χάρτη της δυτικής εισόδου της πόλης και τον χάρτη των μνημείων και μουσείων Ολοκαυτώματος της Ευρώπης.

Παγκόσμιο μνημείο κατά του ρατσισμού θα χτιστεί στη Θεσσαλονίκη. Θα είναι εξαώροφο, κυκλικό, όλο από μέταλλο και γυαλί
Ηταν μια ιδέα του προέδρου της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης Δαυίδ Σαλτιέλ. Την υιοθέτησε ο δήμαρχος και για την προώθησή της αξιοποίησε τις επαφές του σ’ όλο τον κόσμο. Δήμος και Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης (ΙΚΘ) δούλεψαν από κοινού, μεθοδικά, χωρίς τυμπανοκρουσίες για την υλοποίησή της και τώρα, τρία σχεδόν χρόνια μετά, με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, βάζουν χρονικούς ορίζοντες.

Ενα εξαώροφο κυκλικό κτίριο από μέταλλο και γυαλί, περίπου 7.000 τ.μ. θα υψωθεί τα επόμενα τρία χρόνια, σ’ ένα συμβολικό τόπο εκεί όπου ξεκίνησαν τα τρένα του θανάτου για 55.000 Ελληνες Εβραίους της Θεσσαλονίκης, αποδεκατίζοντας μια πόλη πολυπολιτισμική, πολυθρησκευτική, ευημερούσα. Ο θεμέλιος λίθος του Μουσείου του Ολοκαυτώματος θα μπει τέλος του 2017 σε έκταση 5 στρεμμάτων που διέθεσε η ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. μέσα σ’ ένα χώρο πρασίνου περίπου 15 στρεμμάτων. Κι αν όλα πάνε καλά, τέλος του 2019, η Θεσσαλονίκη θα εγκαινιάσει ένα μουσείο που, όπως επισημαίνεται, θα αλλάξει τον χάρτη των μνημείων και των μουσείων Ολοκαυτώματος της Ευρώπης.

Η χρηματοδότηση

Το έργο προϋπολογισμού περίπου 22 εκατομμυρίων ευρώ, χρηματοδοτείται με 10 εκατομμύρια από τη γερμανική κυβέρνηση (5 εκατ. το 2017 και 5 εκατ. το 2018). Τα υπόλοιπα (10 εκατ.) θα καλυφθούν από το ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» αλλά και από άλλα κεφάλαια (εβραϊκές κοινότητες και προσωπικότητες). Ηδη, δύο αρχιτεκτονικά γραφεία, ένα στο Τελ Αβίβ και ένα στο Βερολίνο, εργάζονται πυρετωδώς για τις τελικές μελέτες. Ενα διεθνές ίδρυμα του Μουσείου Ολοκαυτώματος Θεσσαλονίκης θα συσταθεί σύντομα με έδρα τις Βρυξέλλες και μια Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία στην Ελλάδα για τη διαχείριση της ανέγερσης και της έναρξης της λειτουργίας του.

Ποια θα είναι η μουσειολογική του προσέγγιση για την οποία θα υπάρξει συνεργασία με το ίδρυμα του Βερολίνου; Πού θα διαφέρει από τα υπόλοιπα μουσεία Ολοκαυτώματος ανά τον κόσμο; Και γιατί όλοι εκτιμούν ότι, με εξαίρεση το αντίστοιχο των ΗΠΑ ως προς το μέγεθός του, θα είναι εφάμιλλο των μουσείων του Βερολίνου, του Ισραήλ και του Παρισιού Memorial de la Shoah; Με το τελευταίο από την πρώτη στιγμή η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης ξεκίνησε ένα πλαίσιο συνεργασίας για να παράσχει την εικοσαετή του εμπειρία και την τεχνογνωσία τόσο στη δημιουργία όσο και στη λειτουργία του Μουσείου Ολοκαυτώματος, ιδιαίτερα στον τομέα της εκπαίδευσης.

«Οσα συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, ανήκουν στην τοπική αλλά και στην ευρωπαϊκή Ιστορία, την οποία οφείλουμε να διδάσκουμε ιδίως στους νέους για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού, του ρατσισμού και όλων των διακρίσεων που δυστυχώς έρχονται και πάλι στην επιφάνεια σε όλο τον κόσμο», έλεγε ο διευθυντής του οργανισμού του Μemorial de la Shoah του Παρισιού Jacues Fredj υπογράφοντας το μνημόνιο συνεργασίας.

Το μουσείο για τον πρόεδρο του ΙΚΘ Δαυίδ Σαλτιέλ, δεν θα είναι μόνο η φωνή εκατομμυρίων Εβραίων που εκτοπίστηκαν, ταπεινώθηκαν και εξοντώθηκαν. Θα είναι η φωνή των Ελλήνων Εβραίων στο θρήσκευμα, της μακράς διαδρομής των σεφαραδιτών στην πόλη, της ιστορίας τους που είναι η ίδια η ιστορία της Θεσσαλονίκης. Πέρα από τον εκπαιδευτικό του χαρακτήρα, πρόθεση της Κοινότητας είναι η τεκμηρίωση της Ιστορίας με αντικείμενα (λατρευτικά κ.ά.). Βρίσκονται αποθηκευμένα στο Εβραϊκό Μουσείο της οδού Αγίου Μηνά, το οποίο θα λειτουργεί παράλληλα ως ένα μικρό μουσείο στην καρδιά της πόλης.

Για τον εμπλουτισμό του, αναφέρει ο κ. Σαλτιέλ, θα «αναζητήσουμε τεκμήρια από ομόθρησκους απόγονους Εβραίων Θεσσαλονικιών της διασποράς», ειδικά εκείνων που μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη το ’30-’31 για να εργαστούν στα λιμάνια της Χάιφα και της Γιάφα. Αντικείμενα της Θεσσαλονίκης βρίσκονται και σε μουσεία της Πολωνίας και «οι Αρχές της δείχνουν την πρόθεση να μας τα επιστρέψουν». Υψίστης σημασίας είναι και το ιστορικό αρχείο της ΙΚΘ (100.000 έγγραφα) που φυλάσσεται στη Μόσχα. Ο επαναπατρισμός του θα ρίξει φως στη ζωή των σεφαραδιτών Εβραίων της Θεσσαλονίκης πριν από το Ολοκαύτωμα.
Αγνωστο κεφάλαιο

«Η απώλεια της Θεσσαλονίκης είναι ένα κεφάλαιο του Ολοκαυτώματος, τελείως άγνωστο σε όλο τον κόσμο. Το διαπιστώσαμε στις επαφές της “διπλωματίας των πόλεων”, στην Αυστραλία, στην Αγγλία, στο Παρίσι, στη Γερμανία, στην Αμερική» επισημαίνει ο Γιάννης Μπουτάρης. Με το Μουσείο Ολοκαυτώματος εκτιμά ότι η Θεσσαλονίκη πέρα από τα εμφανή οφέλη (προβολής και τουρισμού) θα αποκτήσει μια περίοπτη θέση στη διεθνή κοινότητα, όχι απαραίτητα μόνον των Εβραίων –δεν είναι αυτός ο μοναδικός στόχος– αλλά ως ένα από τα παγκόσμια σύμβολα της ανοχής στο διαφορετικό και κατά του ρατσισμού. Γι’ αυτό «επέμενα στην παράλληλη λειτουργία του ως εκπαιδευτικού κέντρου. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να έχουμε μεγαλύτερη συνείδηση του τι σημαίνει έγκλημα και γιατί δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται».

Η Θεσσαλονίκη μαζί με τη Βαρσοβία και την Κρακοβία αποτελεί έναν εξαιρετικά σημαντικό ιστορικό τόπο για τους απανταχού Εβραίους, πολύ περισσότερο για τους σεφαραδίτες – μια πτυχή τους άγνωστη και παραμελημένη. Τη διάσταση αυτή επισημαίνει και ο καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στη νεοϊδρυθείσα έδρα Εβραϊκών Σπουδών του ΑΠΘ Γιώργος Αντωνίου.

«Το Μουσείο Ολοκαυτώματος, πέρα από την τραγωδία του ελληνικού Εβραϊσμού, πέρα από την τραγωδία του θεσσαλονικιώτικου Εβραϊσμού, θα αντιπροσωπεύει και την τραγωδία του σεφαραδίτικου Εβραϊσμού. Η διαφορά του με τα μουσεία των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι ότι θα βρίσκεται στον τόπο όπου τελέστηκε το έγκλημα. Δικαιωματικά θα μπει στον χάρτη με τα κορυφαία μουσεία της παγκόσμιας εβραϊκής ιστορίας. Σε επιστημονικό επίπεδο, παρά τις εξαλείψεις της μνήμης (καταστροφή εβραϊκού νεκροταφείου) θα αποτελέσει την ομπρέλα της έρευνας και της διδασκαλίας που ανθίζει τα τελευταία χρόνια σε πανεπιστημιακά και άλλα ιδρύματα».

Ως ζωντανό οργανισμό βλέπει το Μουσείο Ολοκαυτώματος ο έφορος του Εβραϊκού Μουσείου Βαγγέλης Χεκίμογλου, υπογραμμίζοντας την πολιτική αλλά και την ακαδημαϊκή του πτυχή. Πριν από μια εικοσαετία, αναφέρει, «αν εξαιρέσουμε τη γενιά των επιζώντων, τρεις άνθρωποι είχαν ασχοληθεί με το Ολοκαύτωμα: Ο Π. Ενεπεκίδης, η Ρένα Μόλχο και ο Αλμπέρτος Ναρ. Η πρόοδος που έχει σημειωθεί τα τελευταία επτά χρόνια στην έρευνα πάνω στο Ολοκαύτωμα (κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, ιδεολογικά), είναι τεράστια. Ωστόσο, αποσπασματικά και μεμονωμένα οι καρποί της θα αρχίσουν να φθίνουν. Μόνο ένας συντονισμός για την αξιοποίηση και την προβολή της μπορεί να τη μετουσιώσει σε εκπαιδευτικό σύστημα για τις επόμενες γενιές. Τον ρόλο αυτόν καλείται να παίξει ένα νέο Μουσείο Ολοκαυτώματος στις μέρες μας».