Αποφάσισε να δίνει 1 δολάριο σε κάθε άστεγο που θα του ζητήσει χρήματα. Διαβάστε τη συνέχεια..

Την 11η του Νοέμβρη του 2006, έκανα μια συμφωνία με τον εαυτό μου. Αποφάσισα ότι από εκείνη τη μέρα, θα δίνω 1 δολάριο σε κάθε άστεγο που θα μου ζητούσε χρήματα.

Πείτε το μια στιγμή διαύγειας, πείτε το ότι θέλετε. Απλά ξύπνησα με το κεφάλι βαρύ και άδειο μετά από μια νύχτα ξέφρενης διασκέδασης και αισθανόμουν έντονα ότι αυτή η ζωή δεν κάνει πια για μένα.

Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή είχα την εντύπωση ότι αυτό το πείραμα θα με οδηγήσει να ξεμείνω σύντομα από χρήματα. Αν έδινα κάθε μέρα από ένα δολάριο σε 20 άστεγους, είναι 20 δολάρια. Πάνω από τον προϋπολογισμό μου δηλαδή. Πιστέψτε με. Αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Όταν επέστρεψα στη Νέα Υόρκη, μου πήρε 8 ημέρες μέχρι να βρεθεί κάποιος άστεγος να μου ζητήσει λίγα ψιλά. Εκείνη τη στιγμή που έβγαλα αυτό το ευτελές ποσό του ενός δολαρίου από την τσέπη μου και του το έδωσα, ένιωσα μια περίεργη ευχαρίστηση που το αποχωρίστηκα.

Συνεχίζω να κάνω αυτό το πείραμα μέχρι σήμερα και έχω ακόμη περισσότερα χρήματα από αυτούς που μου ζητούν στο δρόμο λίγα ψιλά.

Αυτά έγιναν στο παρελθόν. Την περασμένη εβδομάδα μόλις είχα επιστρέψει από μια μικρή απόδραση 10 ημερών στο πατρικό μου σπίτι και ένιωθα πιο έντονα ευαισθητοποιημένος με το μικρό μου πείραμα. Σκεφτόμουν τι θα μπορούσα να κάνω για να του δώσω μια μικρή ώθηση.

Να τι συνέβη.

Πήγαινα σε μια οντισιόν όταν βρήκα μπροστά μου δυο άστεγους. Μια γυναίκα που ονομάζεται Φρανσίν και έναν άντρα που λέγεται Μπάρετ.

Είπα στην Φρανσίν ότι θα επιστρέψω γιατί έπρεπε να πω σε ένα φίλο που βρίσκομαι και έδωσα στον Μπάρετ 1 δολάριο. Όταν επέστρεψα στην Φρανσίν, την βρήκα με δάκρυα στα μάτια.

Μετά από μια μεγάλη αγκαλιά που μου χάρισε, μου είπε με παράπονο ότι κανείς δεν της έδινε σημασία. Κανείς δεν την κοίταζε. Οι άνθρωποι απλά περπατούσαν δίπλα της και δεν ενδιαφέρονταν καν αν είναι ζωντανή. Η καρδιά μου ράγισε.

Την αγκάλιασα σφιχτά εκεί στη μέση του δρόμου για λίγα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια τη ρώτησα αν θα ήθελε κάτι να φάει. Μου είπε ναι, και στη συνέχεια πήγαμε στο κοντινό McDonalds.

Μεταξύ δακρύων και γέλιων παρήγγειλε ένα πιάτο με ψάρι (υπερμέγεθες φυσικά!). Της έδωσα 20 δολάρια, της είπα ότι έπρεπε να φύγω και ότι θα τη δω ξανά σύντομα. Έφυγα νιώθοντας ανήμπορος.
 
Την επόμενη μέρα, όταν συνάντησα ξανά τον Μπάρετ του έδωσα ένα δολάριο.

Για να σας δώσω να καταλάβετε, ο Μπάρετ είναι γύρω στα 40 και θυμίζει κάτι από γκουρού και Τζόν Λένον. Ένα εντελώς ελεύθερο πνεύμα, αν μπορέσω να τον χαρακτηρίσω έτσι. Του αρέσει να διαβάζει βιβλία για την ψυχολογία και τη φυσική και μου λέει για τις πλατωνικές του φίλες που τον πλησιάζουν για να συζητήσουν μαζί του.

Δεν ξέρω καν γιατί το έκανα, αλλά κάθισα για λίγο μαζί του. Είχα αυτή την «αίσθηση αλλαγής» να βουίζει στο κεφάλι μου.

Κάθισα δίπλα του γιατί, τι είναι αυτό που θέλω να δω περισσότερο στον κόσμο; Θέλω να δω περισσότερη συμπόνια, περισσότερους περαστικούς να σταματούν και να βοηθούν τους άστεγους, να νοιάζονται αν είναι καλά και να βγάζουν από την τσέπη τους 1 δολάριο για να τους βοηθήσουν.

Ένα ποσό που πραγματικά δεν πρόκειται να κάνει τη διαφορά. Θα τους βοηθήσει όμως να πολεμήσουν τους φόβους τους και θα ενισχύσει τη πίστη τους στη ζωή.

Έτσι κάθισα με τον Μπάρετ εκεί στο κρύο, για μια μιάμιση περίπου ώρα. Ήπιαμε ζεστή σοκολάτα και του έκανα παρέα όσο ζητούσε λίγα ψιλά από τους περαστικούς.

Κυρίως τον άκουγα να μου μιλάει. Ένιωθα παράξενα με την αλλαγή προοπτικής. Από κάποιος που προσπερνά έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη, καθόμουν δίπλα του.
 
Πάνω στη κουβέντα μας, μου είπε πόσο άσχημα ένιωθε όταν γνωστοί του κάνουν πως δεν τον αναγνωρίζουν. Όταν τα παιδιά κλωτσούν την αστεία χάρτινη πινακίδα που κρατάει για να ζητάει χρήματα («Ο Βόλντερμοντ μου έσπασε το μαγικό ραβδί μου. Χρειάζομαι ..δολάρια για να αγοράσω καινούργιο).

Νέα Υόρκη. Είναι η πόλη των ανθρώπων που παίρνουν χωρίς να δίνουν. Σε μιάμιση ώρα ο Μπάρετ μάζεψε 70 σεντς. Σωστά, σέντς. Μου είπε ότι σε μια καλή μέρα μπορεί να μαζέψει από 7 μέχρι 11 δολάρια. Ένιωσα πολύ άσχημα.

Καθώς έφευγα, ο Μπάρετ μου είπε, «Τέσσερις με πέντε φορές το χρόνο, παίρνω ένα ολόκληρο 20δόλαρο! Εκείνες τις μέρες νιώθω υπέροχα!» Με το βλέμμα ενός παιδιού πρόσθεσε, «Μια φορά κάποιος μου άφησε 100 ολόκληρα δολάρια!!»

Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι έπρεπε να του δώσω όσα χρήματα είχα στο πορτοφόλι μου.

Το άνοιξα και έβγαλα όλα όσα είχα. Δεν τα μέτρησα. Απλώς του τα έδωσα. Ίσως ήταν λίγα περισσότερα από 200 δολάρια. Δεν τα στερήθηκα. Πέρασαν πολλά περισσότερα από τα χέρια μου τις μέρες μου ακολούθησαν. Εκείνη όμως τη στιγμή έδωσα σε κάποιον συνάνθρωπο μου μια ευκαιρία. Την ευκαιρία να πιστέψει ξανά στους ανθρώπους.

Ελπίζω ότι ο Μπάρετ μετά από εκείνη την ημέρα θα συνεχίσει να βλέπει τον κόσμο μέσα από ένα παράθυρο ελπίδας και εγώ θα μπορέσω να κάνω ότι μπορώ για να τον βοηθήσω στην πορεία του.
 
Την επόμενη φορά που επισκέφτηκα τον Μπαρετ του πήγα και μια καινούργια πινακίδα για να κρατάει. Ήταν δική του ιδέα. Έγραφε:

«ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΘΕΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ!»

Πατήστε: