Το γυάλινο βάζο που άλλαξε τη ζωή ενός φτωχού παιδιού

«Το μικρο γυάλινο βάζο, από όσο παλιά μπορώ να θυμηθώ, ήταν πάντα τοποθετημένο στο πάτωμα, δίπλα από το κομοδίνο των γονιών μου. Κάθε βράδυ πριν πέσει ο μπαμπάς μου για ύπνο, πήγαινε στο γυάλινο βάζο και άδειαζε μέσα του όλα τα κέρματα που είχε στις τσέπες του.

Σαν μικρό αγόρι που ήμουν, πάντα ένιωθα πολύ ενθουσιασμένος ακούγοντας τον ήχο από τα νομίσματα που έπεφταν στο βάζο. Στην αρχή, όταν το βάζο ήταν ακόμη άδειο, ο ήχος έμοιαζε με ένα κεφάτο κουδούνισμα. Στη συνέχεια οι ήχοι σταδιακά σώπαιναν καθώς το βάζο γέμιζε όλο και περισσότερο.

Θυμάμαι τότε, μου άρεσε να κάθομαι με τις ώρες οκλαδόν στο πάτωμα μπροστά από το βάζο θαυμάζοντας τους χάλκινους και τους ασημένιους κύκλους που λαμπύριζαν σαν τον θησαυρό ενός πειρατή, κάθε φορά που ο ήλιος γέμιζε με φως το μικρό υπνοδωμάτιο.

Όταν το βάζο γέμιζε εντελώς, το παίρναμε με τον μπαμπά μου στο τραπέζι της κουζίνας, το αδειάζαμε και μετρούσαμε τα κέρματα για να τα πάμε την άλλη μέρα στην τράπεζα.

Αυτή η μέρα, η μέρα που τα πηγαίναμε στη τράπεζα, ήταν θυμάμαι μια πολύ σημαντική μέρα. Τοποθετούσαμε τα κέρματα όμορφα ταχτοποιημένα σε ένα μικρό χάρτινο κουτί, βάζαμε το χάρτινο κουτί στο πίσω κάθισμα του παλιού αυτοκινήτου του πατέρα μου και ξεκινούσαμε για την τράπεζα. Κάθε φορά που τελειώναμε την κατάθεση και ξεκινούσαμε για να επιστρέψουμε σπίτι, ο μπαμπάς μου με κοίταζε και μου έλεγε συγκινημένος:

«Αυτά τα χρήματα θα σε κρατήσουν μακριά από τη δουλειά που κάνω εγώ. Θα σε βοηθήσουν να φύγεις μακριά από αυτή τη μικρή πόλη κάποια μέρα και να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου. Η δουλειά στο εργοστάσιο υφασμάτων δεν είναι για σένα γιε μου.»

Αλλά και κάθε φορά που έρχονταν η σειρά μας να πάμε στο ταμείο της τράπεζας, ο πατέρας μου πάντα χαμογελούσε με περηφάνια.

«Αυτά τα χρήματα είναι για το κολέγιο του γιου μου. Με αυτά τα χρήματα θα καταφέρει να κάνει κάτι καλύτερο από αυτό που έκανα εγώ στη ζωή μου», έλεγε στον υπάλληλο που μας εξυπηρετούσε.

Μετά, για να γιορτάσουμε την κατάθεση, πηγαίναμε κάθε φορά για ένα παγωτό χωνάκι. Εγώ έπαιρνα πάντα σοκολάτα ενώ ο μπαμπάς μου λάτρευε την βανίλια. Όταν ο υπάλληλος από το κατάστημα με τα παγωτά, έδινε τα ρέστα στον πατέρα μου, αυτός μου τα έδειχνε στην παλάμη του λέγοντας:

«Όταν φτάσουμε σπίτι, θα αρχίσουμε από σήμερα κιόλας να γεμίζουμε και πάλι το βάζο.»

Πάντα εγώ ήμουν που έριχνα τα πρώτα κέρματα στο άδειο γυάλινο βαζάκι. Την ώρα που τα πέταγα ένα ένα μέσα, το βάζο τραντάζονταν και έβγαζε τους πιο σύντομους ευτυχισμένους ήχους που είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου. Εκείνη την ώρα ο μπαμπάς μου με κοιτούσε και μου έλεγε:

«Μπορεί να φαίνονται λίγα αλλά κάποια μέρα αυτά θα σε στείλουν στο πανεπιστήμιο. Θα το δεις αυτό παιδί μου. Στο υπόσχομαι!»

Τα χρόνια πέρασαν, τελείωσα το Πανεπιστήμιο και βρήκα μια αρκετά καλή δουλειά στην γειτονική πόλη. Τότε θυμάμαι, μετά από ένα αρκετά μεγάλο διάστημα στο οποίο επικοινωνούσα με τους γονείς μου μόνο τηλεφωνικά, πήρα μια άδεια από την δουλειά μου για να τους επισκεφτώ.

Όταν θέλησα να χρησιμοποιήσω για λίγο το τηλέφωνο τους για να μιλήσω με ένα συνεργάτη μου, παρατήρησα ότι το παλιό γυάλινο βάζο δεν υπήρχε πια δίπλα στο κομοδίνο. Είχε υπηρετήσει τον σκοπό του με επιτυχία και δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης σκέφτηκα. Αλλά, χωρίς να το θέλω, τα μάτια μου βούρκωσαν κοιτάζοντας το άδειο σημείο στο οποίο κάποτε υπήρχε το γυάλινο βάζο της παιδικής μου ηλικίας.

Ο πατέρας μου ήταν ένας λιγομίλητος αλλά σοφός άνθρωπος. Πάντα μου δίδασκε τις αξίες του με αποφασιστικότητα, επιμονή και πίστη. Το γυάλινο βάζο μου είχε διδάξει όλες αυτές τις αρετές, πολύ καλύτερα από όσες λέξεις θα μπορούσε να βρει για να μου πει.

Όταν παντρεύτηκα, μίλησα στη Σούζαν, τη γυναίκα μου, για το γυάλινο βάζο. Της εξήγησα πόσο σημαντικό ρόλο είχε παίξει στη ζωή μου καθώς μεγάλωνα. Πως με βοήθησε να καταλάβω, πέρα από οτιδήποτε άλλο, πόσο πολύ με αγαπούσε ο πατέρας μου. Δεν είχε σημασία πόσο δύσκολα οικονομικά ήταν τα πράγματα στο σπίτι μας. Ο μπαμπάς μου πάντα έβρισκε τον τρόπο να γεμίζει πεισματικά το γυάλινο βάζο με κέρματα. Ξανά και ξανά και ξανά. Ακόμη και το καλοκαίρι, που ο μπαμπάς δεν είχε δουλειά γιατί έκλεινε το εργοστάσιο, περνούσαμε αρκετές μέρες την εβδομάδα τρώγοντας φασόλια μόνο και μόνο για να μπορέσει να εξοικονομήσει μερικά κέρματα για το γυάλινο βάζο.

Εκείνες τις μέρες, την ώρα του φαγητού, με κοίταζε με μάτια που άστραφταν από την άκρη του τραπεζιού, έριχνε λίγο κέτσαπ στα φασόλια μου για να γίνουν πιο νόστιμα και μου έλεγε χαμογελαστός:

«Όταν τελειώσεις το Πανεπιστήμιο παιδί μου δεν θα χρειαστεί να φας ποτέ ξανά στην ζωή σου φασόλια. Εκτός φυσικά και αν το θελήσεις..»

Τα πρώτα Χριστούγεννα μετά τη γέννηση της κόρη μας, της Τζέσικα, περάσαμε τις διακοπές με τους γονείς μου. Μετά το δείπνο, η μητέρα μου και ο πατέρας μου κάθισαν στον καναπέ παίζοντας ευτυχισμένοι με το εγγόνι τους.

Όταν η Τζέσικα άρχισε να κλαψουρίζει, η Σούζαν την πήρε από την αγκαλιά του πατέρα μου.

«Μάλλον πρέπει να την αλλάξω» του είπε και πήρε το μωρό στο υπνοδωμάτιο των γονιών μου για να του αλλάξει την πάνα. Όταν η Σούζαν επέστρεψε στο σαλόνι, πρόσεξα μια περίεργη ομίχλη στα μάτια της. Έδωσε την Τζέσικα ξανά στον παππού της, πήρε το χέρι μου και με οδήγησε στο δωμάτιο των γονιών μου.

«Κοίτα», μου είπε ψιθυριστά, κατευθύνοντας τα μάτια μου στο σημείο δίπλα από το κομοδίνο. Προς έκπληξή μου, εκεί, σαν να μην είχε ποτέ αφαιρεθεί, βρισκόταν το παλιό γυάλινο βάζο.

Ήταν γεμάτο ήδη μέχρι την μέση με κέρματα. Περπάτησα προς το μέρος του, έβγαλα όλα τα ψιλά που είχα στις τσέπες μου και πολύ συγκινημένος τα έριξα στο βάζο.

Κοίταξα πίσω μου και είδα ότι ο μπαμπάς μου κρατώντας στην αγκαλιά του τη Τζέσικα, ήταν στην πόρτα και με κοιτούσε. Με κοίταζε έντονα και ξέρω ότι ένιωθε όλα όσα ένιωθα και εγώ εκείνη την στιγμή.

Κανείς από τους δυο μας δεν θέλησε να πει το οτιδήποτε. Πήγαμε ξανά όλοι μαζί στο σαλόνι και συνεχίσαμε να περνάμε όμορφες στιγμές όλοι μαζί. Αυτά ήταν τα ωραιότερα Χριστούγεννα της ζωή μου!»

Πατήστε: