«Ακρογιαλιές δειλινά»: Η άγνωστη έμπνευση και οι 3 ζωές του υπέροχου τραγουδιού του Τσιτσάνη

Στις αρχές του 1947, ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει ένα τραγούδι για ένα κορίτσι:

Βραδιάζει γύρω κι η νύχτα
απλώνει σκοτάδι βαθύ
κορίτσι ξένο σαν ίσκιος
πλανιέται μονάχο στην γη

Χωρίς ντροπή, αναζητεί
τον ήλιο που έχει χαθεί,
στα σκοτάδια να βρει

Μπορεί να το ‘χουν πλανέψει
ακρογιαλιές δειλινά
και σκλαβωμένη για πάντα
κρατούνε την δόλια καρδιά

Μπορεί ακόμα μπορεί,
να έχει πια τρελαθεί
και τότε ποιος θα ρωτήσει
να μάθει ποτέ το γιατί

Ο μύθος (ή ιστορία) λέει πως ο συνθέτης είχε «κολλήσει» σε μια λέξη και τη λύση την έδωσε η γυναίκα του, Ζωή, η οποία του πρότεινε τη λέξη «ντροπή» και έτσι ολοκλήρωσε το τραγούδι που τον παίδευε. Επίσης, κατά μια πραγματικότητα και κατά διάφορους μελετητές, το τραγούδι αυτό, γραμμένο μετά την γερμανική Κατοχή και μεσούντος του Εμφυλίου, αποτελεί μια αλληγορία του Τσιτσάνη ως ένας τρόπος να ξεπεράσει τη λογοκρισία της εποχής που είχε ξεκινήσει το 1937 επί της κυβερνήσεως Μεταξά [όπως αλληγορικά ήταν ορισμένα από τα τραγούδια που έγραψε αυτήν την περίοδο προεξέχοντος του «Κάποια μάνα αναστενάζει»]. Κατά μια έννοια αυτή η άποψη ευσταθεί: Το βράδυ και το σκοτάδι, ο ήλιος που έχει χαθεί, η σκλαβωμένη καρδιά και το «κορίτσι» η Ελλάδα (ή η Ελευθερία) που «πλανιέται»…

"Ακρογιαλιές δειλινά": Η άγνωστη έμπνευση και οι 3 ζωές του υπέροχου τραγουδιού του Τσιτσάνη

Επιθυμία του Τσιτσάνη ήταν να ερμηνεύσει το τραγούδι η Σοφία Βέμπο κάτι όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω άρνησης των ιθυνόντων της δισκογραφικής εταιρείας (Columbia). Το τραγούδι ηχογραφήθηκε, τελικά το 1948, με τη φωνή της Στέλλας Χασκίλ.

Το 2004 ο ποιητής Μάρκος Μέσκος γράφει στην εφημερίδα «Αυγή» σχετικά με το τραγούδι και τη «σύμπτωση» ορισμένων στίχων του με στίχους της ποιήτριας Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου:

«Τον Απρίλη του 1935, η ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου – Βαφοπούλου (το μεγάλο τραύμα της ζωής του ποιητή και συζύγου της Γιώργου Βαφοπούλου) ενταφιάζεται στην Ευαγγελίστρια της Θεσσαλονίκης, «λευκοτέρα χιόνος». Μόλις άνοιγε τα ποιητικά φτερά της, ομόκεντρη της Πολυδούρη, παρορμητική και γνήσια στα αισθήματά της, «ήθελα νάμουνα πουλί / με στοματάκι φραουλί», πέθανε στα 27 της χρόνια εξαιτίας ακριβώς ενός θέματος του πνευματικού μεσοπολέμου, των αδιεξόδων της φθίσης. Πρόλαβε ωστόσο στα 1931 να εκδώσει τη μοναδική συλλογή της, με τίτλο «Νύχτες Αγρύπνιας». Πενήντα τόσα ποιήματα, ανισομερή αλλά υποψιασμένα και ήδη με προχωρημένες προσωπικές γραφές -μια ελάχιστη θέση, στην ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης, της Ανθούλας Σταθοπούλου – Βαφοπούλου υπάρχει.

Έναν χρόνο μετά τον θάνατό της, με εισήγηση του δημάρχου της πόλεως Ν. Μάνου και με κύριο πρόλογο του ακαδημαϊκού (τότε) Γρηγορίου Ξενοπούλου, εκδίδεται ο τόμος «Έργα» -ποιήματα, διηγήματα, δράματα- της ποιήτριας. Όπου, μέσα στον τόμο, σελίδες 106-107 / νέα ποιήματα (προφανώς αδημοσίευτα), υπάρχει και το ποίημα «Μπορεί» – όχι από τα σπουδαιότερά της, ένα ποίημα ατμόσφαιρας και ερωτικής απόγνωσης. Πέντε τετράστιχα όλα κι όλα, μα στο τέταρτο τετράστιχο η Ανθούλα Σταθοπούλου – Βαφοπούλου γράφει:

Μπορεί να με πλανέψουν κι άλλες
ακρογιαλιές και δειλινά,
κι αγάπες, ναύρω πιο μεγάλες,
σκλάβα σ’ αυτές παντοτεινά (1933)

Η σύμπτωση είναι ακριβέστατη. Δεκαπέντε οι λέξεις του τετραστίχου και οι περισσότερες συμπίπτουν με τις λέξεις κάποιου εμβόλιμου διστίχου (στο ρεφρέν του τραγουδιού) του λαϊκού τροβαδούρου Βασίλη Τσιτσάνη -και στο ίδιο μήκος κύματος της ατμόσφαιρας του «άλλου» τετραστίχου. (Τίποτε θεμιτότερο κατά τον Πάουντ και τον Μπαρτ).

Μπορεί να τόχουν πλανέψει ακρογιαλιές δειλινά
και σκλαβωμένη κρατάνε για πάντα τη δόλια καρδιά.
(Σ. Αλεξίου, σελ. 57, |Ο ξακουστός Τσιτσάνης|, εκδ. Κοχλίας.

Μπορεί να τόχουν πλανέψει ακρογιαλιές – δειλινά, 1948,

DG 6717, τραγούδι Στέλλα Χασκίλ – Βασίλης Τσιτσάνης).

 

Τι συνέβη;

Είναι γνωστή η επιμονή του Βασίλη Τσιτσάνη ν’ αναζητά με πάθος τις ποιότητες των στίχων στα τραγούδια του. Η έμπνευσή του πολλαπλή (και από παντού). Στα δύσκολα μα εμπνευσμένα χρόνια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη, «έπεσε», φαίνεται, στα χέρια του ο τόμος «Έργα» της Ανθούλας Σταθοπούλου – Βαφοπούλου, μετά τον θάνατό της και την έκδοσή τους.

Το ποίημα έκανε εντύπωση στον συνθέτη, «τούκαμνε» για τις ανάγκες του. Με εντιμότητα στον ήχο και στους ρυθμούς και στην ατμόσφαιρα εκατέρωθεν, κράτησε το μοτίβο πέραν της ρεμπέτικης συνείδησής του, δημιούργησε ένα τραγούδι σκοτεινό (που άπτονταν των αξόνων της Ανθούλας), όχι ρεμπέτικο, λιγότερο λαϊκό, λόγιο θα μπορούσε να πει κανείς, με τη φωνή της Στέλλας Χασκίλ και τη δική του μεσούντος του Εμφυλίου, στα 1948, δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατό της. Ίσως έτσι εξηγείται η παράξενη προέλευσή του, γιατί το τραγούδι ένα περίεργο τραγούδι, δεν έχει όμοιό του στο σύνολο των υπέροχων τραγουδιών του λαϊκού βάρδου Βασίλη Τσιτσάνη. Δεν χρειάστηκε (και δεν χρειάζεται) να εξομολογηθεί το «δάνειό» του.

(Τόσοι πρόσφατοι γεντικουλίστες, τόσοι γραφιάδες των «Ουζερί Τσιτσάνης» και τόσοι αμήχανοι εραστές της μουσικής του πώς δεν πρόσεξαν τη σύμπτωση;).

Ποιος να τόλεγε όμως ότι ο ξακουστός Βασίλης Τσιτσάνης θ’ αντάμωνε (και θάπαιρνε στα φτερά της δόξας του) την άτυχη, χαμηλοτάβανη και ανώνυμη (σχεδόν) ποιήτρια της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης, την Ανθούλα Σταθοπούλου – Βαφοπούλου, μαζί του;

Έστω και με δύο στίχους;»

Αυτή ήταν και η πρώτη «ζωή» του τραγουδιού. Πολλά χρόνια αργότερα η Δήμητρα Γαλάνη αφηγείται (εφ. «Ελευθεροτυπία», 1994):

«Το 1974, λοιπόν, αν θυμάμαι καλά και η πορεία μου στο τραγούδι έχει ήδη αρχίσει δίπλα στους πιο καταξιωμένους δημιουργούς. Το τηλέφωνο χτυπάει κι ακούω τη φωνή του δασκάλου να μου λέει ότι θα ήθελε να πω σ’ έναν καινούργιο δίσκο το ένα τραγούδι που παλαιότερα είχε τραγουδήσει η Στέλλα Χασκίλ, το «Ακρογιαλιές δειλινά». Το μόνο που καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή ήταν ότι μιλούσα με τον ζωντανό μύθο του τραγουδιού και ότι είχα φοβερή αγωνία για το κατά πόσον θα ήμουν αντάξια της επιλογής του…».

O δίσκος, κυκλοφορεί το 1973 (και όχι 1974) και είναι «Τα ωραία του Τσιτσάνη» με ερμηνευτές τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Σταμάτη Κόκκοτα και τη Γαλάνη η οποία τραγουδά σε β’ εκτέλεση το «Ακρογιαλιές δειλινά» καθώς και το «Όνειρο της αδελφής». Από αυτή τη στιγμή ξεκινά και η δεύτερη «ζωή» του τραγουδιού με πάρα πολλές εκτελέσεις στα προγράμματα και σε δίσκους από δεκάδες τραγουδιστές.

 

Ερχόμαστε, λοιπόν, στην τρίτη του «ζωή» η οποία άρχισε το 2010 με τη remix εκδοχή του (με τη φωνή της Χασκίλ), των Imam Baildi, στο δίσκο τους «The Imam Baildi Cookbook», συνεχίστηκε με την ερμηνεία της Ελεονώρας Ζουγανέλη, και τη συμμετοχή των Imam Baildi, στον live δίσκο της «Είπα στους φίλους μου» (2011) καθώς και με την περσινή τη διασκευή του Βασιλικού στο δίσκο του «Sunday Cloudy Sunday».