Advertisement

«…Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια…»

Είναι κάποιες φορές που δεν αρκεί ούτε η αφήγηση ούτε η ποίηση ούτε καν το παραμύθι για να παρηγορηθείς. Και τότε πιάνεσαι από τα παλιά και τα σίγουρα, αυτά που θαρρείς πως είναι στέρεα. Χα!

Advertisement

Όπως αυτό εδώ το θρυλικό τραγούδι «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα». Τραγουδισμένο από μια φωνή που, παιδάκι ακόμα, όταν την άκουσα εκείνο το αρχαίον έτος 1973 μ.Χ, με σημάδεψε. Και μαζί μ’ αυτήν (και μ’ εκείνη του Νίκου Ξυλούρη) αγάπησα και τα κρητικά τραγούδια.

Ακούω το τραγούδι σ’ αυτήν εδώ την πρώτη εκτέλεση, από την ηχογράφηση του δίσκου «Θητεία» του Γιάννη Μαρκόπουλου, παραμονές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973.

Στέκομαι επιφυλακτικός (τώρα πια) απέναντι στον επικό βηματισμό του ρυθμού που κουβαλάει αυτούς τους τρυφερούς και σκοτεινούς συνάμα στίχους (που ταιριάζουν τόσο σε πολιτική ανάγνωση όσο και σε υπαρξιακή προσέγγιση) και αναρωτιέμαι πώς θα ήταν άραγε μια σύγχρονη μουσική σύνθεση πάνω σ’ αυτά τα λόγια.

Προσπαθώ να καταλάβω αν η «ξενητειά» για την οποία μιλάνε οι στίχοι είναι μόνον η ξενητειά των πολιτικών εξόριστων της χούντας (σε χώρες της τότε Δυτικής Ευρώπης) και των πολιτικών προσφύγων (σε χώρες της πάλαι ποτέ Ανατολικής Ευρώπης), αν είναι κι ο ξενητεμός των οικονομικών μεταναστών της εποχής ή αν είναι και η ακόμα πιο μεγάλη ξενητειά, η αποξένωση από το χρόνο κι από τα συναισθήματα — αυτή η διαχρονική νόσος.

Μένω να θαυμάζω ξανά και ξανά τη συστολή, την «παληομοδίτικη» φυσική ομορφιά και την υπέροχη κρητική προφορά του Χαράλαμπου Γαργανουράκη.

Συγκινούμαι από την παρουσία του μεγάλου Αριστείδη Μόσχου στο σαντούρι (αυτό το «γκλιν-γκλιν» που μου άρεσε πολύ και με ανατρίχιαζε), αλλά και από την σιωπηλή παρουσία, εκεί στην αρχή αυτής της κινηματογράφησης, ενός κιθαρίστα που δεν παίζει, αλλά που έμελλε να αλλάξει ριζικά το τοπίο της ελληνικής ροκ μουσικής στα επόμενα χρόνια (προτού χαθεί πρόωρα): του Παύλου Σιδηρόπουλου.

Και αναρωτιέμαι, τι είναι τελικά πιο «χαμένο» στο χρόνο που μεσολάβησε από την εποχή του Πολυτεχνείου μέχρι σήμερα ή από την αρχή (τότε) της εφηβείας μου μέχρι τώρα: τα λόγια ή τα χρόνια;

Κι όσο τα νοιώθω όλα αυτά λοιπόν τόσο φτάνω σχεδόν να πιστέψω ότι κι αυτό ακόμα το αποψινό καταφύγιο παρηγοριάς δεν είναι τίποτα άλλο από μια ακόμα αυταπάτη (ή προδοσία), κάποια ακόμα «λόγια» που προσπαθούν να κρύψουν τα «χαμένα χρόνια».

Και, πράγματι, θα ήταν ίσως έτσι, αν δεν υπήρχε ένας και μόνο στίχος, που με το ανέβασμα της μουσικής κλίμακας και με το τσάκισμα της καθαρής φωνής αυτού του μοναδικού τραγουδιστή αναδεικνύει το μέγεθος του στιχουργού Μάνου Ελευθερίου και αφήνει να μπει φως στον σκοτεινό κόσμο που περιγράφει:

«…κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια…»

Οι μουσικοί που εμφανίζονται: Αριστείδης Μόσχος σαντούρι, Χρήστος Χαλκιάς (αδελφός) του Λάκη, Ανδρέας Ροδουσάκης Μπάσο, Νίκος Σαμπαζιώτης Κιθάρα, Γιαννης Ρενιέρης Μπάσο , Παύλος Σιδηρόπουλος με την κιθάρα του και φυσικά οι Λάκης Χαλκιάς και ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Τραγούδι: Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Πρώτη ερμηνεία: Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Δίσκος: Θητεία (1974)

Η ηχογράφηση του τραγουδιού ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1973,
παραμονές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου
αλλά τελικά ο δίσκος κυκλοφόρησε στις αρχές του 1974.
Μετά την πτώση της χούντας, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς,
κάποιοι στίχοι του τραγουδιού, που είχαν τροποποιηθεί λόγω της λογοκρισίας,
αποκαταστάθηκαν στην αρχική τους μορφή.

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα και τους καημούς που σκέπασε καπνός

η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα

Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα

ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός

κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια

και σε χαμένους κήπους του Θεού

κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια

με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια

εκεί που πρώτα ήσουνα παντού

και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το `χαν ορίσει

στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά

κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει

Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει

αυτός που δεν εγνώρισε γενιά

και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο

σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό

οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω

Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω

με τους ανθρώπους που `δαν το κακό

και το `χουν στ’ όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο

θερίζει την αυγή ωκεανό

μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο

Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,

σημάδι μυστικό και ριζικό

πως ξέφυγε απ’ τον Άδη κι απ’ τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός…

Γράφει ο Βασίλης Λουλές – dimartblog

Advertisement