Γιάννης Ρίτσος: «Μεσημέρι Αυγούστου»

Πίσω απ’ τις γρίλιες είναι το μεγάλο μεσημέρι.

Τα σκόρπια σπίτια κάτασπρα, κ’ ένα κόκκινο κάτω απ’ το λόφο.

Λίγο πιο πάνω, ξέρουμε, είναι η μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα.

Από κει κατεβαίνει η δροσιά προς τους ευκάλυπτους,

κ’ ένα άρωμα από σάπια ροδάκινα σωριασμένα στο δρόμο.

Άξαφνα τα τζιτζίκια σώπασαν. Δυο ηλιοκαμένα σώματα

στ’ άσπρα σεντόνια. Βγάλε και το δαχτυλίδι σου –

μου πιάνει ένα δικό μου χώρο στο μικρό σου δάχτυλο.

 Γιάννης Ρίτσος: «Μεσημέρι Αυγούστου»

Αύγουστος

Το φως είναι μαύρο, καμένο απ’ τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.

Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ’ τη θάλασσα ή το μούστο.

Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου. Ο αγωγιάτης,

ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες

κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια. Πάνω στ’ αλώνια

λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα. Μες στα μάτια των παιδιών

χώνονται τ’ άχυρα. Τρέχουν. Τ’ αμπέλια είναι απέραντα

σαν τη δόξα ή την άγνοια. Λίγο να κάνεις να σκύψεις

θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο. Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας

μέσα στο χώμα. Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου

είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.

Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος

 Γιάννης Ρίτσος: «Μεσημέρι Αυγούστου»

Ποιος ήταν ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Ελλάδας. Η ποίηση του, ήταν νοσταλγική, εpωτική και κάποιες φορές αφοριστική. Η νοσταλγία του για αυτό που θα έρθει, για τον έpωτα που εξουσιάζει τα πάντα και για έναν κόσμο που ίσως θα έπρεπε να μοιάζει και να δείχνει διαφορετικός, συγκροτούν ένα μεγάλο έργο και μια μεγάλη μορφή της ποίησης.

Κυνηγημένος σε όλη του την ζωή, από αρρώστιες, από πολιτικούς αντιπάλους και από την μοίρα της οικογένειάς του, δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει και να εκφράζει την πίστη του στον άνθρωπο και στην χώρα του. Δεν έπαψε ποτέ να γράφει για τον εpωτα, τον εpωτα για το κάθε τι που συναντάμε στην ζωή μας: «Ο έρωτας με την παλάμη του σου κρύβει όλο τον κόσμο. Μένει το φως μονάχα»…

Παρόλες τις κακουχίες στην ζωή του, έζησε μέχρι τα 81 του χρόνια και άφησε την τελευταία του πνοή στις 11 Νοεμβρίου του 1990. Άφησε πίσω του ένα θαυμάσιο έργο, το οποίο βραβεύτηκε πολλές φορές (προτάθηκε δυο φορές για βραβείο Νόμπελ, που λέγεται ότι δεν πήρε για πολιτικούς λόγους) και μια κληρονομιά στους νέους ποιητές, που πρέπει να εpωτευτούν αυτή την «εξαίσια πράξη του ανεξήγητου»…

Ο Γιάννης Ρίτσος μέσα από τα λόγια του

Ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του

Και οι λέξεις φλέβες είναι. Μέσα τους αίμα κυλάει

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις -εκεί που πάει να σκύψει με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο, να τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου

Να είμαστε έτοιμοι. Κάθε ώρα είναι η δική μας ώρα

Κάποτε θ’ ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε

Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη. Εμείς που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως

Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση τού θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω

Κάποτε, από μια σύμπτωση, βρίσκουν οι λέξεις το άλλο νόημά τους

Μάθε ν’ αγαπάς αυτούς που δεν πληγώνουν την αγάπη

Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα. Μονάχος στην δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα

Αυτά που χάθηκαν, αυτά που δεν ήρθαν μην τα κλαις. Αυτά που τα ‘χες και δεν τα ‘δωσες κλάφ’ τα 

Ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου

Για να φτάσεις να πεις την αλήθεια, θα πρέπει -λέει- να μην περιμένεις πια τίποτα

Έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.