Δήμητρα Κατσαφάδου σε συγκλονιστική εξομολόγηση: «Στην επιτυχία έμειναν λίγοι, έφτασα στην άκρη του γκρεμού. Και να φύγω αύριο θα είμαι χορτάτη»

Μια εξομολόγηση με έντονο προσωπικό αποτύπωμα και βαθιά συναισθηματική φόρτιση πραγματοποίησε η Δήμητρα Κατσαφάδου στην εκπομπή Πρωταγωνιστές και στον Σταύρο Θεοδωράκη, αποκαλύπτοντας πτυχές της ζωής της που σπάνια έρχονται στο φως.
Με ειλικρίνεια, μίλησε για τα παιδικά της χρόνια και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στο σχολείο, περιγράφοντας πώς η αγάπη της για το διάβασμα έγινε αφορμή να δεχτεί bullying. «Με έλεγαν φυτό», ανέφερε, εξηγώντας ότι από μικρή ηλικία είχε μάθει να βάζει ψηλά τον πήχη, κυρίως λόγω της αυστηρής, αλλά καθοριστικής επιρροής της μητέρας της.
«Στο σχολείο διάβαζα πολύ κι έφαγα πολύ bullying για αυτό ότι ήμουν φυτό. Η μαμά μου μου έβαζε πολύ ψηλά τον πήχη. Μια φορά ισοφάρισα με μια συμμαθήτριά μου και δεν μου είπε μπράβο λόγω αυτού. Στα ήθη της Μάνης επιβάλλονται οι πρωτιές. Δεν θα άλλαζα με τίποτα την διαπαιδαγώγηση της μητέρας μου».
Μεγαλωμένη με τις αξίες της Μάνης, όπως είπε, έμαθε ότι η πρωτιά δεν είναι επιλογή αλλά σχεδόν υποχρέωση, θυμούμενη χαρακτηριστικά μια στιγμή όπου, παρά την επιτυχία της, δεν έλαβε την επιβράβευση που περίμενε.
Η πορεία της προς την επαγγελματική της κατεύθυνση δεν ήταν ευθύγραμμη. Αν και αρχικά ήθελε να ακολουθήσει τον δρόμο της φιλολογίας, τελικά στράφηκε προς τη χημεία, επηρεασμένη από τον πατέρα της, που ήταν γιατρός. Παρά το γεγονός ότι δεν πέρασε για λίγο στην Ιατρική, η επιλογή της να φοιτήσει στο Χημικό έμελλε να καθορίσει το μέλλον της. «Ήθελα να κάνω μια δική μου χημεία», σημείωσε, αποτυπώνοντας το πάθος της για δημιουργία.
«Ήθελα να γίνω φιλόλογος, αλλά τελευταία στιγμή άλλαξα γιατί το ήθελε το πατέρας μου που ήταν γιατρός. Δεν πέρασα για πολύ λίγο στην Ιατρική Αλεξανδρούπολης και πέρασα στο Χημικό. Ήθελα να κάνω μια δική μου χημεία. Δεν θέλω να εμπορευματοποιήσω το προϊόν μου, γιατί είναι το παιδί μου. Δεν θέλω να ανοιχτώ έξω»
Από τα πρώτα της βήματα, η διαδρομή δεν ήταν εύκολη. Όπως περιέγραψε, βρέθηκε «στην άκρη του γκρεμού», βιώνοντας έντονη μοναξιά και αβεβαιότητα. Στο Μενίδι, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα, άρχισε να δημιουργεί τις πρώτες της κρέμες, διακινώντας τες από στόμα σε στόμα. Η πρώτη μεγάλη παραγγελία αποτέλεσε σημείο καμπής, δίνοντάς της την ώθηση να συνεχίσει. Από τις κατ’ οίκον παραδόσεις, πέρασε στο πρώτο της κατάστημα στην Αγία Παρασκευή, χτίζοντας σταδιακά μια επιχείρηση που βασίστηκε στην προσωπική επαφή και την εμπιστοσύνη.
Παρά την επιτυχία, η ίδια επιμένει ότι δεν την καθορίζουν τα χρήματα. «Πάω για την υστεροφημία», δήλωσε, εξηγώντας πως αντιμετωπίζει το προϊόν της σαν «παιδί» και αποφεύγει τη μαζική εμπορευματοποίηση. Η στάση αυτή αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη φιλοσοφία ζωής, όπου η δημιουργία και η προσφορά έχουν μεγαλύτερη αξία από την οικονομική επιτυχία.
«Στο Μενίδι ξεκίνησαν όλα. Έφτασα στην άκρη του γκρεμού. Ήμουν πολύ μόνη. Εκεί ξεκίνησα τις κρέμες για τις γυναίκες στόμα με στόμα. Μια κυρία μου παρήγγειλε πάρα πολλά κι έβγαλα χρήματα. Εγώ τις πήγαινα στα σπίτια. Αργότερα νοίκιασα κατάστημα στην Αγία Παρασκευή. Εγώ πάω για την υστεροφημία, όχι για τα λεφτά»
Η προσωπική της διαδρομή, ωστόσο, συνοδεύτηκε και από ψυχικές δοκιμασίες. Μίλησε ανοιχτά για καταθλιπτικές περιόδους και κρίσεις άγχους, αποκαλύπτοντας ότι στο παρελθόν χρειάστηκε να ακολουθήσει αντικαταθλιπτική αγωγή, με αφορμή την απώλεια ενός πολύ κοντινού της ανθρώπου. «Η κατάθλιψη δεν φεύγει ποτέ», ανέφερε, επισημαίνοντας το τίμημα που συχνά συνοδεύει τους ανθρώπους με έντονη δημιουργικότητα και ευαισθησία.
«Η κατάθλιψη δεν φεύγει ποτέ, ειδικά σε καλλιτέχνες. Ένας άνθρωπος έχει αυτές τις καλλιτεχνικές πλευρές, έχει και το τίμημα. Στο παρελθόν έχω κάνει αντικαταθλιπτική αγωγή. Η απώλεια του αδελφικού μου φίλου το πυροδότησε»
Παράλληλα, αναφέρθηκε και στις ανθρώπινες σχέσεις, σημειώνοντας ότι στην πορεία της επιτυχίας οι άνθρωποι γύρω της λιγόστεψαν. «Οι φίλοι παρέμειναν ελάχιστοι», είπε, σχολιάζοντας με πικρία αλλά και ρεαλισμό τη δυσκολία διατήρησης ουσιαστικών δεσμών όταν αλλάζουν οι συνθήκες.
Ωστόσο, η ίδια δηλώνει «χορτάτη» από την αγάπη που έχει λάβει, υπογραμμίζοντας ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Με λόγια που αποτυπώνουν το πάθος και την ένταση που τη χαρακτηρίζουν, εξομολογήθηκε ότι το όνειρό της είναι να αφήσει το αποτύπωμά της, να δει το όνομά της να αναγνωρίζεται και να συνδέεται με κάτι ουσιαστικό.
«Στην επιτυχία έμειναν λίγοι άνθρωποι. Οι φίλοι παρέμειναν ελάχιστοι. Ότι αφού δεν μπορώ να σε φτάσω και να γίνω εσύ, δεν μπορώ να σε αγαπήσω τόσο για να μείνω δίπλα σου. Πολλές φορές με έχουν μειώσει ότι είναι άλλος μπροστά. Εγώ δεν έχω οικογένεια με λεφτά. Όποιος θέλει ας έρθει να με γνωρίσει πως είμαι. Έχω περάσει καταθλιπτικές περιόδους, κρίσεις άγχους. Το μηχάνημα ρέταρε, γιατί ήμουν one woman show. Αυτή η αγάπη που βιώνω δεν έχει σύνορα. Και να φύγω αύριο, θα είμαι χορτάτη.»
Η συνέντευξη έκλεισε με μια βαθιά ανθρώπινη επιθυμία, που ξεπερνά τα όρια της προσωπικής επιτυχίας. Μιλώντας για το νέο ογκολογικό νοσοκομείο που χτίζει, την υγεία και τον ανθρώπινο πόνο, εξέφρασε την ευχή να εξαλειφθεί ο καρκίνος ή, έστω, να γίνει η αντιμετώπισή του πιο ανθρώπινη και αποτελεσματική.
«Λάμπω όταν αναφέρομαι σε αυτά τα πράγματα. Θέλω να δω την ταμπέλα να γράφει Δήμητρα Κατσαφάδου και ας πεθάνω. Εγώ ιδανικά θα ήθελα να εξαλειφθεί ο καρκίνος, αλλά επειδή δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί θα ήθελα να απαλύνουμε τον πόνο. Να μην στοιβάζονται, να είναι ευτυχισμένοι και να κάνουν μια μικρή θεραπεία με τα πιο εξελιγμένα μηχανήματα που θα τους παρέχουμε».
Μια σκέψη που δείχνει ότι πίσω από την επιχειρηματία υπάρχει ένας άνθρωπος που συνεχίζει να ονειρεύεται, να πονά και να ελπίζει.







