Από Notikos167 - Έργο αυτού που το ανεβάζει, CC BY-SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=73607944
Advertisement

«Εγώ τη λύρα μου δεν θα την κάνω ποτέ γλάστρα… Θα είναι σαν να ξεπουλάω την αγάπη μου γι’ αυτό το θεϊκό μουσικό όργανο που καλλιτέχνες όπως ο Ξυλούρης, ο Μουντάκης και άλλοι πολλοί μας έμαθαν να το αγαπάμε και να το σεβόμαστε».

Η φράση ανήκει στον Στέλιο Μπικάκη, έναν από τους κορυφαίους τροβαδούρους της Κρήτης, που με τη μουσική και τα τραγούδια του έχει καταφέρει να αποκτήσει φανατικό ακροατήριο.

Advertisement

Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του ροκ και του αρέσει αυτό. Πως θα μπορούσε άλλωστε να κάνει και διαφορετικά, αφού, όπως έχει πει παλαιότερα στην «Espresso της Κυριακής», από μικρό παιδί θυμάται τον εαυτό του να πηγαινοέρχεται στο δισκάδικο του πατέρα του και πολύ συχνά να ακούει Bob Marley, Deep Purple, Led Zeppelin. «Ακόμα και η κρητική μουσική έχει πολλά ροκ στοιχεία, γι’ αυτό και πάντα ήθελα να ασχοληθώ μαζί της. Είμαι ροκ και μου αρέσει πολύ. Αντιπαθώ τη συμβατική μουσική, προτιμώ τα πιο διαφορετικά πράγματα. Ακόμα και την καθημερινότητά μου θέλω να τη ζω όπως επιθυμώ εγώ και όχι όπως θα περίμεναν κάποιοι».

Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό μέσα από το τραγούδι “Γενέθλια” που έδωσε στον Νότη Σφακιανάκη να το ερμηνεύσει. Ενα τραγούδι που τον σφράγισε, αφού ο λόγος για τον οποίο το έγραψε του έχει σημαδέψει για πάντα τη ζωή.

«Δεν μου αρέσει να αναφέρομαι σε αυτήν την άσχημη για μένα στιγμή της οικογενειακής μου ζωής. Δεν θέλω να νομίζει ο κόσμος ότι το κάνω για να εμπορευτώ μια κατάσταση. Σημασία έχει ότι αυτό το τραγούδι το είπα πρώτος εγώ και μετά ο Νότης το απογείωσε», έχει αναφέρει στην ίδια συνέντευξη.

Σε μεταγενέστερη όμως συνέντευξη του στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» θα αποκαλύψει τελικά την ιστορία του τραγουδιού που κρύβει μια τραγική ιστορία:

«Την περίοδο που κυκλοφορούσε ο δίσκος μου Νυχτέρια, και πήγαινε πάρα πολύ καλά, αρρωσταίνει το παιδί που είχαμε αποκτήσει, ένα αγοράκι, από μια σπάνια αρρώστια. Ένα παιδί στο εκατομμύριο μπορεί να χτυπηθεί απ’ αυτήν την αρρώστια. Το χάσαμε. Ενάμιση χρόνο περάσαμε μια περίοδο πολύ δύσκολη με την γυναίκα μου την Αμαλία.

Σ’ αυτήν την δύσκολη φάση της ζωής μου, αποτυπώνω στο χαρτί εκείνα που είχα μέσα μου. Γράφω σε στίχους τα συναισθήματα μου. Δεν τους ολοκληρώνω σε τραγούδι.

Μετά από κάποιο διάστημα, τυχαίνει να πεθάνει κι ο πατέρας μου, τότε συμπληρώνω και ολοκληρώνω σε τραγούδι τους στίχους.

Το 2000 το έβαλα στον δίσκο. Έτσι γεννήθηκαν τα “Γενέθλια” που αγαπήθηκαν τόσο πολύ κι ας μιλούν για θάνατο. Είναι στίχοι βγαλμένοι απ’ την ψυχή μου κι ας βρέθηκαν και τότε κάποιοι να με κατηγορήσουν στεκόμενοι σε μια λέξη μόνο, στην λέξη πουτ@@@. Αρέσει σε όλους. Στα νέα παιδιά, σε μεγαλύτερους, σε γιαγιάδες που αυτό με συγκινεί περισσότερο».

Το τραγούδι έγινε τεράστια επιτυχία το 2004, όταν ο Νότης Σφακιανάκης το συμπεριέλαβε στον δίσκο του «Με αγάπη ό,τι κάνεις».

Ομως και πίσω από την απόφαση του Νότη Σφακιανάκη να το τραγουδήσει υπάρχει ένα… δραματικό παρασκήνιο! Ο Στέλιος Μπικάκης ήταν φίλος με τον αδελφό του Νότη Σφακιανάκη, τον Γιώργο, ο οποίος λίγο αφότου έπεισε τον αδελφό του να το τραγουδήσει πέθανε σε ηλικία 47 χρόνων.

Το τραγούδι από τον Στέλιο Μπικάκη

Το τραγούδι με την ερμηνεία του Νότη Σφακιανάκη

Στίχοι

Στα μονοπάτια του καημού
στη γέφυρα του στεναγμού
μ’ έκαν’ η μάνα μου
Μια φθινοπωρινή βραδιά,
ζωή την κρύα σου καρδιά
είδαν τα μάτια μου

Με κουδουνίστρες πλαστικές
όμορφες και χρωματιστές
με νανουρίζανε
Και τα ματάκια τα μικρά
είδαν του κόσμου τ’ αγαθά
και συμφωνήσανε

Ήταν το γάλα μου πικρό
και το νεράκι μου γλυφό
που με μεγάλωνε
Κι απέναντι στη κούνια μου,
η μοίρα η κακούργα μου
και με καμάρωνε

Ήταν το κλάμα μου μουντό
σαν κάτι να `θελα να πω,
μα δε με νιώσανε
Μια λυπημένη αναπνοή
για την πουτάνα τη ζωή
που μου χρεώσανε

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
δε με ρωτήσανε ζωή, μα σε συνήθισα
Σαν πληγωμένο αετόπουλο στο χώμα,
ψάχνω τη δύναμη να κρατηθώ ακόμα

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
άλλα μου δείξανε και άλλα εγώ αντίκρισα
Θεέ μου κι ας ήξερα ποια μέρα θα πεθάνω
και του θανάτου μου γενέθλια να κάνω

Πάνω σε λάσπες και καρφιά
στ’ άδικου κόσμου τη φωτιά πρωτοπερπάτησα
Ισορροπία σταθερή
για να προλάβω τη ζωή,
όμως την πάτησα

Μονό το “α” και το “χ”
στη σχολική μου εποχή
πρωτοσυλλάβισα
Γι αυτό το “αχ” και το “γιατί”
όπου βρεθώ μ’ ακολουθεί
κι ας τριαντάρισα

Έτσι περνούσε ο καιρός
κι εγώ στο δρόμο μου σκυφτός
έκανα όνειρα
Έτυχε να `μαι απ’ αυτούς
που κολυμπάνε στους αφρούς
και στα λασπόνερα

Στάζει το αίμα της ψυχής,
σαν τις σταγόνες της βροχής
όμως ποιος νοιάζεται
Και την αόρατη πληγή
που μέσα μου αιμορραγεί
ποιος τη μοιράζεται

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
δε με ρωτήσανε ζωή, μα σε συνήθισα
Σαν πληγωμένο αετόπουλο στο χώμα,
ψάχνω τη δύναμη να κρατηθώ ακόμα

Advertisement