«Δεν είναι ούτε ντροπή, ούτε προδοσία, ούτε βόλεμα η ξενιτιά»: Ένας Έλληνας βάζει τα πράγματα στη θέση τους

Πριν λίγες μέρες έκλεισα ένα χρόνο από τότε που μένω στο Βερολίνο. Την πρώτη φορά πριν μερικά χρόνια ήμουν εδώ για λίγες ώρες ως τουρίστας. Την δεύτερη ήρθα για μερικές μέρες στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος. Την τρίτη φορά, όντας φοιτητής Erasmus+, έμεινα για ένα χρόνο. Η τέταρτη μου διαμονή στην γερμανική πρωτεύουσα, η οποία άρχισε στα τέλη Αυγούστου του ’16, έναν χρόνο αργότερα από την τελευταία μου φορά στην πόλη, δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα.

"Δεν είναι ούτε ντροπή, ούτε προδοσία, ούτε βόλεμα η ξενιτιά": Ένας Έλληνας βάζει τα πράγματα στη θέση τους

Ήδη πριν το τέλος των προπτυχιακών σπουδών μου στην Ελλάδα έψαχνα φορείς στο Βερολίνο, όπου θα μπορούσα μέσω του Erasmus να πραγματοποιήσω την πρακτική μου άσκηση. Αλλά σε γενικές γραμμές αυτό ήταν λίγο-πολύ μια αφορμή για να μπορέσω να φύγω από την Ελλάδα πιο μόνιμα, μιας και έχοντας ταξιδέψει κάπως από παιδί ένοιωθα ότι δεν ανήκω απόλυτα εκεί. Γνωρίζοντας ότι έχοντας κάτι με να περιμένει εκεί έξω, έχοντας βρει κάποιο φορέα για την άσκηση της πρακτικής, δεν θα μπορούσα απλά να τα ακυρώσω όλα. Συν τοις άλλοις μια τέτοια δέσμευση βοηθάει πολύ ψυχολογικά αν έρχεσαι σε μια ξένη χώρα με το σκεπτικό να μείνεις μόνιμα. Αν από την στιγμή της άφιξής σου ξέρεις ότι σε λίγες μέρες θα πρέπει να δουλέψεις, έχεις ένα κάποιο δίχτυ ψυχολογικής ασφάλειας συγκριτικά με το απλά να πάρεις τα πράγματά σου και να φύγεις και να βρίσκεσαι σε μια αβέβαιη κατάσταση, όπου πρέπει να γεμίσεις τις μέρες και τις ώρες σου με διάφορες χρονοβόρες και υποχρεωτικές διαδικασίες και αναγκαιότητες, όπως η εύρεση σπιτιού, η εγγραφή στις δημόσιες αρχές, η αναζήτηση εργασίας κλπ.

Ταυτόχρονα η φυγή μου προς το εξωτερικό ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας μου για μεταπτυχιακές σπουδές πέρα από τα ελληνικά πλαίσια. Από την αρχή των σπουδών μου ήμουν πεπεισμένος ότι το μεταπτυχιακό μου θα πρέπει να είναι στο εξωτερικό. Όντας φοιτητής και έπειτα απόφοιτος κοινωνιολογίας θεωρώ πολύ σημαντικό το βίωμα που μπορεί να αποκτήσει κάποιο άτομο βγαίνοντας έξω, ακόμα και αν τελικός προορισμός είναι η Ελλάδα. Το πόσα πράγματα μπορείς να μάθεις από ένα χρόνο παραμονής στο εξωτερικό δεν συγκρίνονται ούτε με δέκα χρόνια παραμονής σε οποιαδήποτε χώρα και αν μεγάλωσες. Και όλα αυτά είναι πράγματα τα οποία μετά σε ακολουθούν για όλη σου τη ζωή και σε αλλάζουν προς το καλύτερο ως άνθρωπο (ή τουλάχιστον αυτό θα έπρεπε να είναι το αναμενόμενο). Έχοντας ζήσει στο εξωτερικό βιώνεις, βλέπεις, ακούς και γνωρίζεις πράγματα τα οποία δεν αποτελούν την πραγματικότητα της χώρας σου: πώς είναι δομημένη η χώρα, οι πόλεις, οι συγκοινωνίες, πώς συναναστρέφονται οι άνθρωποι μεταξύ τους, τι συνήθειες έχουν, πώς διασκεδάζουν, πώς σκέφτονται και άλλες αναρίθμητες μικρές πληροφορίες και λεπτομέρειες, οι οποίες θέλοντας και μη σε υποχρεώνουν να τις συγκρίνεις με αυτά που θεωρούσες δεδομένα μέχρι τώρα. Και αυτή δεν είναι καμία κακή σύγκριση, αφού σε βάζει σε μια διαδικασία αναστοχασμού και σε ένα πλαίσιο όπου πρέπει να σκεφτείς πέρα από αυτά που είχες μάθει μια ζωή.

Για εμένα η μετανάστευσή μου στο εξωτερικό ήταν εξ αρχής ζήτημα του ανήκειν. Στην Ελλάδα από μικρός, πόσο μάλλον αφότου άρχισα να σπουδάζω, βίωνα ένα συνεχές αίσθημα μη ανοχής από τους άλλους και “πρέπει”. Ένα αίσθημα του ότι όλοι μας ανήκουν (και πρέπει να ανήκουν) σε συγκεκριμένα κουτάκια και πλαίσια. Πρέπει να συμπεριφέρεσαι ως άνδρας γιατί τέτοιος είσαι, δεν πρέπει να κλαις, πρέπει να έχεις κοπέλα, πρέπει να αγαπάς τον παππού και την γιαγιά σου σου παρόλο που δεν έχετε καμία επικοινωνία, πρέπει να είσαι κοινωνικός, πρέπει να είσαι χριστιανός, πρέπει, πρέπει, πρέπει. Και αν δεν ταιριάζεις στο κουτί που σου έπλασαν και δεν μπορείς να προσαρμοστείς σε αυτό, τότε δεν υπάρχει χώρος για ανοχές. Στο Βερολίνο, ίσως γιατί αυτό είναι μια μεγάλη απρόσωπη πόλη, ίσως γιατί οι άνθρωποι εδώ κοινωνικοποιούνται αλλιώς, όλα αυτά δεν ισχύουν σε τόσο αυστηρό βαθμό και μπορείς λίγο-πολύ να υπάρξεις όπως είσαι.

Αργότερα, και καθώς η κρίση οξύνθηκε και έγινε πλέον πολύ πιο ορατή και αισθητή, η μετανάστευσή μου πήρε και οικονομικό χαρακτήρα. Ως πτυχιούχος ακόμα και αν είχα μεταπτυχιακό και διδακτορικό ήξερα ότι στην Ελλάδα οι πιθανότητες εύρεση εργασίας στον τομέα που με ενδιαφέρει είναι μηδαμινές, ενώ παράλληλα για να υποστηρίξω τις σπουδές μου πέρα από το προπτυχιακό επίπεδο μένοντας μόνος μου, θα έπρεπε να δουλεύω άπειρες ώρες και υπερωρίες για το πολύ 500 ευρώ, ή να μένω με την οικογένειά μου σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλο ένα άτομο, χωρίς προσωπικό χώρο και χρόνο.  Στο Βερολίνο μπορώ να έχω δικό μου δωμάτιο και ταυτόχρονα το κράτος μπορεί από την μια να με στηρίξει σε κάποιο βαθμό οικονομικά κατά την διάρκεια των σπουδών μου, ενώ από την άλλη με δεσμεύει ότι ως φοιτητής δεν μπορώ να δουλέψω πάνω από ένα συγκεκριμένο αριθμό ωρών ανά εβδομάδα, κάτι το οποίο στα ελληνικά πλαίσια δεν προβλέπεται, ούτε θα ήταν εφικτό στις παρούσες συνθήκες.

Φυσικά η μετανάστευσή στο εξωτερικό δεν είναι κάτι το εύκολο, και σίγουρα δεν είναι ούτε προδοσία ούτε βόλεμα εις βάρος των άλλων που έμειναν (αφού φύγαμε για μια πλουσιότερη χώρα) όπως πιστεύουν και λένε στον δημόσιο λόγο. Το να αφήσεις ένα μέρος όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες για κάτι άγνωστο και αβέβαιο δεν είναι απλό και σίγουρα χρειάζεται πολύ περισσότερη δύναμη και αποφασιστικότητα από το να παραμείνεις στην χώρα σου, ακόμα και αν αυτή είναι η Ελλάδα της κρίσης. Μπορεί να μην βρίσκεις δουλειά, να ζεις με λίγα ή να υποχρεώνεσαι να μένεις με τους γονείς σου, αλλά δεν είσαι ποτέ ένας ξένος. Η γλώσσα που μιλάς είναι δικιά σου, την κατέχεις και σε εκφράζει. Μπορείς να εξηγήσεις τα πάντα, και το ‘καταλαβαίνεις τι λέω;’ ακούγεται μόνο μερικές φορές, όταν πραγματικά σου λείπουν οι λέξεις. Το λες όταν θες να εξηγήσεις τον εντυπωσιασμό σου για την αγαπημένη σου συγγραφέα ή για την θεωρία που διάβασες ή για το/τα άτομο/α που αγαπάς, αλλά που παρόλα αυτά το νόημα των λέξεων δεν επαρκεί. Το ‘καταλαβαίνεις τι λέω;’ δεν είναι ωστόσο η καθημερινότητά σου, όπως όταν παλεύεις με μια γλώσσα η οποία δεν είναι δικιά σου, μια γλώσσα η οποία δεν σου είναι δεύτερη φύση. Μια γλώσσα την οποία για να την καταλάβεις πρέπει να είσαι συνεχώς σε επαγρύπνηση και την οποία για να την μάθεις σου κόστισε χρόνο και χρήμα, αφού δεν την έμαθες όπως έμαθες την μητρική σου, από παιδάκι, φυσικά και αυτονόητα.

Η μετανάστευση όμως στο κάτω κάτω δεν είναι μόνο οικονομική. Σημαίνει πολύ περισσότερο μόρφωση, αφύπνιση, αναστοχασμό, αυτοβελτίωση, αγάπη. Γιατί όσα θα βιώσεις στα ξένα, δεν έχεις βιώσει συνολικά σε ολόκληρη την ζωή σου. Είτε είναι πράγματα θετικά, είτε αρνητικά. Με κανένα άλλο τρόπο δεν ανοίγουν έτσι οι ορίζοντές σου, όσο με το να αφήσεις την χώρα σου.

Η ξενιτιά δεν είναι ντροπή, ούτε προδοσία, ούτε βόλεμα. Ούτε είναι μιζέρια και συμβιβασμός, συμβάλλοντας στον πλούτο μιας άλλης (κατά προτίμηση δυτικής) χώρας. Ντροπή και προδοσία είναι να κατηγορείς κάποιο άτομο για κάτι για το οποίο κανένας σας δεν φταίει (άμεσα). Και να το κατηγορείς επειδή επέλεξε να δράσει. Ξενιτιά σημαίνει να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος, ανοιχτόμυαλος. Ξενιτιά στην τελική σημαίνει να ανθίζεις.

Κωνσταντίνος Κ, Βερολίνο, Γερμανία