Depositphotos
Advertisement

Το βλέμμα μου παραμένει ακίνητο πάνω στο σκουρόχρωμο ζωύφιο, που κατάφερε να τρυπώσει στη μικρή, προσωρινή φυλακή μου. Το καημένο, σχεδόν το λυπάμαι, φοβάται να ξεμυτήσει από τη γωνιά του.

Μέσα στη σιωπή του κελιού έχω την αίσθηση πως ακούω τη νευρικότητα του. Ασυναίσθητα κοιτάζω το μπλοκ και το στυλό, που την προηγούμενη άφησε η δικηγόρος μέσα στα χέρια μου. Ακόμη αφημένα πάνω στο βρώμικο μαξιλάρι. Ασυναίσθητα κοιτάζω το γυμνό χέρι, τα ίχνη του ρολογιού που κάποτε μου είχε χαρίσει ο πατέρας… Μου λείπει τόσο πολύ και ο πατέρας… και το ρολόι …

Advertisement

Γιατί κανείς δε μου λέει τι ώρα είναι;

Βαρέθηκα να περιμένω, πρώτη φορά βρήκα τη νύχτα τόσο μεγάλη, την αναμονή τόσο… κουραστικά κενή… Και το ζωύφιο πάντα εκεί, να παλεύει να μου αποδείξει πως είναι απλώς μια σκιά στο δωμάτιο… μια σκιά…. Έτσι μπήκε στη ζωή μου, σαν μια σκιά, από το πουθενά. Γνώστης των πάντων, σαν να είχε κλέψει το βιογραφικό της ζωής και της ψυχής μου. Με μια ευκολία, που τρόμαξε τους πάντες, κατάφερε να εισχωρήσει στη ζωή μου και όχι μόνο…
Ένας γλυκός, ρομαντικός, ανεπαίσθητος έλεγχος, πολύ σύντομα έκανε την εμφάνιση του, είχε ανάγκη να ξέρει που πήγα, με ποιον μίλησα, αν χαμογέλασα και εγώ μια απονήρευτη ανόητη, που κατέγραφε τα βήματα της κάθε βράδυ για να τον ευχαριστήσει.
Όλα βιαστικά, η γνωριμία των γονιών, η δέσμευση, η απομάκρυνση από τους φίλους, η γλυκιά καταπίεση πως πρέπει να δίνω αναφορά για να είναι ήρεμος… και εγώ ν΄αδειάζω συνεχώς… μια ψυχή που αναζητούσε διψασμένη λίγες στιγμές μοναξιάς για να καταλάβει, για να δικαιολογήσει, για να κατανοήσει όλα τα παράλογα που γινόταν ‘δεδομένα’ πια στη ζωή της. Μέχρι που η μοίρα αποφάσισε να κάνει τη μεγαλύτερη της ‘έκπληξη’…

Δυο γραμμές στο μικρό, πλαστικό, μαγικό κουτάκι, που είχε την ικανότητα να ‘συλλάβει’ την απόδειξη ζωής. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να θυμηθώ αν ξαφνικά έβαλα τα κλάματα από φόβο ή από χαρά… ψέλλισα σοκαρισμένη πως ήταν από χαρά, ίσως και εγώ σαν το ζωύφιο να προσπάθησα να ξεγελάσω τον φόβο μου…

Γονείς και φίλοι ενθουσιασμένοι, η σκιά όμως φανερά προβληματισμένη, εκεί στη γωνιά της, μ΄ένα ύφος σοβαρό και κάπως απόμακρο. Όσο και αν προσπάθησε να το κρύψει εγώ ήξερα, ένιωθα, οι πιο σκοτεινοί φόβοι αποκτούσαν υπόσταση μόλις στην άλλη άκρη του δωματίου. Το σπίτι άδειασε, η χαρούμενη μουσική των ευχών βουβάθηκε και η σκιά εγκλωβισμένη σαν αγρίμι μέσα στο δωμάτιο, που λες και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μίκραινε ασφυκτικά πολύ…

‘Πρέπει να φύγω, θα τα πούμε αύριο’.

Η δήλωση της υποτιθέμενης ευτυχίας του, ούτε φιλί για καληνύχτα, απλώς μια βιαστική κίνηση, ίσα για να μουδιάσει το ψεύτικο χάδι πάνω στο μάγουλο και μετά μια νεκρική σιωπή, που μου έκοψε την ανάσα.
Όχι, δεν ήθελα να τον ακολουθήσω, ήθελα απλώς να περπατήσω στη νύχτα, να επιβληθώ στους φόβους μου και να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου, να προσπαθήσω αν γίνετε να κατανοήσω την αντίδραση του… Πάλευα να κρατηθώ από μια θετική σκέψη, μόλις είχε μάθει πως θα γίνει πατέρας και η αντίδραση του ήταν η φυγή.

Τα βήματα μου έφτασαν έξω από το πατρικό… όχι δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για επισκέψεις… δεν ήθελα να μάθουν… δεν έπρεπε να μάθουν… Ήμουν έτοιμη να κάνω μεταβολή όταν κάτι με σταμάτησε, το φως στο δωμάτιο της σοφίτας ήταν ανοιχτό. Το δωμάτιο της αδελφής μου… η μικρή μου παρηγοριά, γεννημένη μαχήτρια, περήφανη, ελεύθερη…

Τα βήματα με οδήγησαν στην εξωτερική σκάλα της μονοκατοικίας που οδηγούσε στη σοφίτα – ποτέ ξανά δεν είχα χρησιμοποιήσει το κλειδί της σοφίτας – ποτέ… άραγε γιατί το χρησιμοποίησα εκείνο το βράδυ. Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα με προσοχή, για να διαπιστώσω πως στο κρεβάτι υπήρχαν δυο φιγούρες, που είχαν γίνει μια…. Ανάσες κοφτές που υμνούσαν την ηδονή και καταριόταν την ηθική… μια εικόνα που μέσα σε μια στιγμή χαράκτηκε για πάντα μέσα μου…

Έφυγα σαν τον κλέφτη που είχε κάνει λάθος στο διαμέρισμα… μουδιασμένη, αηδιασμένη και κυρίως τρομαγμένη.
Ο άνδρας που ήταν υπαίτιος που το τεστ εγκυμοσύνης είχε βγει θετικό, έκανε έρωτα με την ανήλικη αδελφή μου…

Συνέχισα να περπατάω και να κραυγάζω σαν πληγωμένο ζώο, σε δρόμους που μου ήταν παντελώς άγνωστοι, όλα είχαν διαγραφεί μονομιάς από το θυμητικό μου, πρόσωπα, γεύσεις, μυρωδιές, συναισθήματα… όχι …όχι συναισθήματα. Επικρατούσε ένα απίστευτο συναίσθημα θυμού…. Ναι θυμού, είχε καταστρέψει τη ζωή και την ψυχή μου και τώρα κατέστρεφε και την αδελφή μου.
Λίγο μετά το ξημέρωμα επέστρεψα στο σπίτι της φυλακής μου, αποφασισμένη και έτοιμη να γράψω το τέλος μόνη μου, δε γινόταν διαφορετικά. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει, κανείς. Πήρα μερικές μέρες άδεια από τη δουλειά με τη δικαιολογία της εγκυμοσύνης και παράλληλα έκλεισα για το απόγευμα ένα ραντεβού με τον γιατρό για να ‘τακτοποιήσω’ και το θεματάκι που είχε προκύψει. Όχι δε θα γινόμουν η μάνα αυτού του παιδιού.

Μετά οργάνωσα το πιο όμορφο δείπνο για δυο σκιές που κάποτε δηλώνανε ερωτευμένες…
Για δυο ολόκληρες μέρες κατάφερα ν΄αποστασιοποιηθώ και να πείσω πως ήταν τα γνωστά προβλήματα της εγκυμοσύνης που με κρατούσανε μακριά του. Νομίζω πως δε χρειάστηκε να προσπαθήσω πολύ για να γίνει πιστευτή η δικαιολογία μου.

Ήρθε η μέρα που κανόνισα να φάμε συντροφιά, για να γιορτάσουμε επιτέλους το δώρο της ζωής… Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού κρατώντας λουλούδια και ένα μπουκάλι κρασί από τ΄αγαπημένα του. Ποτέ δε μ΄άρεσε το συγκεκριμένο κρασί, ενώ τα λουλούδια για κάποιον παράξενο λόγο μου φάνηκαν μαραμένα…

Δεν μπήκα καν στον κόπο να τα βάλω στο βάζο, μου έδιναν την αίσθηση πως τελικά ο ρόλος τους ήταν άλλος…
Καθίσαμε στο στολισμένο τραπέζι σιωπηλοί και αισθάνθηκα ανακούφιση γι΄αυτό. Βιάστηκα να σερβίρω, μανιταρόσουπα και ροσμπίφ με ριζότο, μενού αγαπημένο και μαγειρεμένο με προσοχή και φροντίδα για τον αγαπημένο… Πόσο περίεργο να παρατηρείς κάποιον να καταπίνει με όρεξη, αυτό που έχεις μαγειρέψει με τόση φροντίδα και θαλπωρή. Πρώτη φορά χόρταινα με τις μπουκιές που κατάπινε… μια γλυκιά, σχεδόν μεθυστική ικανοποίηση είχε κατακτήσει κάθε κύτταρο του κορμιού μου… ναι, έπιασα τον εαυτό μου να τις μετράει… μια…και ακόμη μια…

Άδειασα μονορούφι το ποτήρι μου και έκανα να το γεμίσω ξανά όταν τον είδα ξαφνικά να χλομιάζει… μια αδιαθεσία… ένας πόνος στο στομάχι… Τον είδα να διπλώνεται στα δυο και μα τω Θεώ ένιωσα μια απρόσμενη ευτυχία, εκείνη η δυνατή κραυγή και μετά η αδυναμία…. Τα γόνατα ν΄αδυνατούν να τον κρατήσουν όρθιο… τα χεριά να μπουσουλάνε και τα μάτια να με κοιτάζουν στην αρχή με έκπληξη και μετά….

‘Ποτέ κανείς δε θα μάθει τίποτα. Όλα θα τελειώσουν εδώ σήμερα. Δε με νοιάζει για μένα, η αδελφή μου όμως θα σωθεί’.
Ποτέ δε θα ξεχάσω εκείνο το τελευταίο βλέμμα πριν το τέλος… δεν το περίμενε… γι΄ακόμη μια φορά με είχε υποτιμήσει…

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε η δικηγόρος, ενώ τρομαγμένο το ζωύφιο άρχισε να τρέχει για να σωθεί…

‘Καλησπέρα, είστε έτοιμη;’

Σηκώθηκα και της έδωσα το μπλοκ και το στυλό. Το άνοιξε και μετά μάλλον εκνευρισμένη το πέταξε πάνω στο κρεβάτι. Πόσο περίεργο τελικά να σταθεί στη μοναδική σελίδα που είχα χρησιμοποιήσει, για να γράψω…

‘ΔΕ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ !’

Μαρία Σταυρίδου * Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα

ekdoseisglauka.gr

Advertisement