Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: Θλίβομαι για την κατάπτωση της παιδείας, της ελληνικής παιδείας

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Μια γυναίκα δυναμική και πρωτοπόρα, μια προσωπικότητα σοφή και χαρισματική, ταυτόχρονα όμως ένας άνθρωπος σεμνός, απλός και τόσο προσιτός που διαλύει κάθε αναστολή και φόβο που ενδέχεται να έχει ο συνομιλητής της. Είναι δύσκολο να κάνεις συνέντευξη με αυτή τη γυναίκα σύμβολο. Σε διευκολύνει όμως εκείνη με τον μοναδικό τρόπο που έχει να δημιουργεί ένα ζεστό, φιλικό κλίμα.

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: Θλίβομαι για την κατάπτωση της παιδείας, της ελληνικής παιδείας

 

Η διάσημη βυζαντινολόγος, που χαίρει της εκτίμησης, του σεβασμού και του θαυμασμού των ιστορικών παγκόσμια, η διανοούμενη με τους τίτλους και τις πολλές διακρίσεις, εντυπωσιάζει από την πρώτη στιγμή της συνάντησης λόγω της αμεσότητας και της απλότητας της. Δεν είναι εύκολο να συναντήσει κανείς πραγματικά διάσημους ανθρώπους χωρίς έπαρση και αλαζονεία, όπως η κ. Αρβελέρ.

Η φλόγα της ψυχής της, η νεανικότητα της σκέψης της, η ενέργεια και η ικμάδα της, πλημμύρισαν τον χώρο. Είναι φανερό πως ο χρόνος για κείνη είναι μόνο αριθμοί. Και όπως είχε πει σε παλιότερη συνέντευξη της, σημασία δεν έχουν οι αριθμοί αλλά οι ρυθμοί. Χείμαρρος τα λόγια της, μαχαίρια οι αλήθειες της, αφοπλιστικό το χιούμορ της.

Μίλησε για όλα. Για τον πολιτισμό, για την παιδεία και την εκπαίδευση, για την πολιτική-οικονομική και κοινωνική κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα.

Η σπουδαία Ελληνίδα βρέθηκε στην Κρήτη για να κηρύξει την έναρξη των «Εορτών του νήματος», γιορτές για την υφαντική τέχνη.

«Είμαι εδώ γιατί δύο γόνοι, Κρητικάκια, η Βαρβάρα Τερζάκη και ο Γιάννης Παλλήκαρης, με κάλεσαν. Κι αφού μού είπαν έλα, ήρθα. Ήρθα να δω την προγονική Ελλάδα. Ξέρω ότι είναι προγονικές κινήσεις αυτές τις υφαντικής τέχνης. Πάνε αιώνες πίσω κι ακόμα γίνονται με τον ίδιο τρόπο από όσες συνεχίζουν να το κάνουν. Αυτό δεν το βρίσκεις πολύ συχνά» λέει η κ. Αρβελέρ. Η ίδια μπορεί να μην ξέρει να υφαίνει νήματα, ωστόσο γνωρίζει να «υφαίνει» αριστουργήματα με τα λόγια. Η απάντηση της εξάλλου το επιβεβαιώνει: «Η δική μου η υφαντική είναι τα λόγια. Άλλα τα λόγια και άλλα τα νήματα. Η υφαντική των λόγων είναι μόνο ποιητική. Γιατί τα επιστημονικά λόγια είναι σαν τα μυθιστορήματα τελείως πεζά πράγματα. Ενώ η υφαντική των λόγων είναι ακριβώς τα ποιήματα».

Παράγει η Ελλάδα σήμερα πολιτισμό; Απαντά η κ. Αρβελέρ:

«Άκου, ο πολιτισμός είμαστε όλοι. Είμαστε όλοι καταναλωτές πολιτισμού, ό,τι φοράς και ό,τι λες είναι πολιτισμός. Άλλο όμως να καταναλώνεις πολιτισμό και άλλο να δημιουργείς πολιτισμό. Αυτό που είναι ακόμα ελπιδοφόρο, είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί δημιουργοί πολιτισμού. Να, θεωρώ την υφαντική των γυναικών πολιτισμό. Γιατί οι απλές γυναίκες δεν έχουν και πολλές δυνατότητες να δημιουργήσουν πολιτισμό. Η μόνη δημιουργία υλική που μπορεί να κάνει μια γυναίκα απλή, η οποία δεν έχει περάσει από την εκπαίδευση, αλλά έχει την προγονική παιδεία, είναι η υφαντική».

Και προσθέτει: «Ξέρεις τι λέμε στη Γαλλία ότι είναι πολιτισμός; Αυτό που μένει όταν έχεις ξεχάσει όλα τα άλλα».

Και ερωτώμενη αν ισχύει στην Ελλάδα σήμερα κάτι τέτοιο, λέει με μια δόση πικρίας: «Όχι, και ξέρεις γιατί; Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι σέβεσαι τον εαυτό σου, τον άλλο και τον έτερον. Αυτόν που δεν έχει το ίδιο χρώμα με εσένα, την ίδια θρησκεία, την ίδια γλώσσα και όλα αυτά. Τώρα όταν έχεις τη Χρυσή Αυγή ως τρίτο κόμμα, να μην πούμε τίποτα άλλο».

‘Οταν ερωτάται ποια η γνώμη της για το πανεπιστημιακό άσυλο, δεν διστάζει να πει ευθέως την άποψη της τονίζοντας: «Εδώ έχουμε καταντήσει το άσυλο να το θεωρούμε άβατο για τον νόμο. Είναι βατό διά την ανομία, δεν μπορείς να μπεις μέσα, αλλά για τον νόμο είναι άβατο. Έχουν φτάσει οι πρυτάνεις στο σημείο να φοβούνται τον ίσκιο τους. Εγώ έβαλα (και με συγχωρείς που τα λέω τώρα για τον εαυτό μου) 22 φορές τη γαλλική αστυνομία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Πήγαινα πάντοτε πρώτη εγώ και από πίσω η Αστυνομία. Χρειάζεται και λίγο το δικό τους κουράγιο και το θάρρος και να κάνουν τα πράγματα υπεύθυνα, μιας και ζητήσανε να είναι πρυτάνεις. Γιατί ο πρύτανης δεν είναι για να κάνει μόνο ερευνητική δουλειά. Έχει υποχρέωση να βάλει το πανεπιστήμιο σε μια τάξη που θα επιτρέψει στα παιδιά να έχουν τη δυνατότητα να γίνουν όχι μόνο γνώστες μιας επιστήμης, αλλά να μπορούν να τη διαδώσουν όσο το δυνατόν ευρύτερα».

«Η εκπαίδευση δεν είναι σαλάμι να τεμαχίζεται. Έχει συνέχεια»

Απογοητευμένη η κ. Αρβελέρ για την παιδεία και την εκπαίδευση στην Ελλάδα, γίνεται αυστηρή: «Θλίβομαι για την κατάπτωση της παιδείας, της ελληνικής παιδείας.

Απογοητευμένη από τον τρόπο με τον οποίο οι εκάστοτε υπουργοί Παιδείας πειραματίζονται, κάνοντας καθένας τους τις δικές του δήθεν μεταρρυθμίσεις. Δεν παραλείπει όμως να τονίσει και τη μεγάλη σημασία που έχει η παιδεία μέσα στην οικογένεια λέγοντας:

«Ρωτήσανε έναν νομπελίστα Αμερικάνο, όχι από αυτούς που γράφουν μυθιστορήματα, ποιο είναι το καλύτερο σχολειό που έκανε και από πού έχει μάθει τα περισσότερα πράγματα. Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και απάντησε: από τον παιδικό κήπο, από το νηπιαγωγείο. Απόρησαν με την απάντηση του. Ναι ξανααπαντά, εκείνος. Γιατί εκεί μού έμαθαν να πλένω τα χέρια μου πριν φάω, εκεί μου μάθανε να μην παίρνω τα παιχνίδια του διπλανού παιδιού, εκεί μού έμαθαν ποιοι είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και εκεί μού έμαθαν να δίνω το χέρι στο άλλο παιδί για να περάσουμε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αυτό είναι το μεγάλο σχολειό».

Και προσθέτει η κ. Αρβελέρ: «Άρα, ποιος φταίει; Οι μάνες και οι πατεράδες. Και το σχολειό δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στις ελλείψεις της οικογένειας. Λέμε ότι να ναι, όπως «Έλληνες εισί, οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» ενώ το σωστό είναι «Οι της ημετέρας παιδεύσεως μετέχοντες».

Η παιδεία αρχίζει από το σπίτι, γιατί είναι η μόνη δυνατότητα να μάθει το παιδί τι είναι κοινωνία. Βρίσκεται μαζί με τον άλλον άνθρωπο, ο οποίος δεν είναι ο άλλος που τον προστατεύει, όπως η μάνα. Είναι ο άλλος που έχει τα ίδια δικαιώματα με εκείνον. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα και αυτό πρέπει να το μαθαίνεις από νωρίς και να σέβεσαι τον άλλον».

Για την εκπαίδευση η άποψη της κ. Αρβελέρ είναι κατηγορηματική: «Η εκπαίδευση δεν είναι σαλάμι. Δηλαδή άλλο το δημοτικό, άλλο το γυμνάσιο, άλλο το λύκειο και άλλο το πανεπιστήμιο. Η εκπαίδευση έχει μια συνέχεια.

Κάποτε με κάλεσε ένας από τους υπουργούς να μιλήσω σε μια συνάντηση για την εκπαίδευση. Ήταν διάφοροι εκεί. Άκουγα και δεν έλεγα τίποτα. Μου λέει ο υπουργός, κυρία Αρβελέρ δεν λέτε τίποτα; Του απαντώ: «Ακούστε, θα πω πολλά αν μου πείτε τι θα κάνετε στο δημοτικό». Μα ήρθαμε να μιλήσουμε για το πανεπιστήμιο μού λέει. Η δική μου απάντηση ήταν, λυπούμαι, αν δεν ξέρω τι κάνετε στο δημοτικό, δεν μπορώ να σας πω τίποτα για το πανεπιστήμιο.

Μιλάμε όλοι για τα υλικά πράγματα, αλλά κανείς δεν μιλάει για τα προγράμματα. Ποιά είναι τα προγράμματα του πανεπιστημίου; Ποιος τα καθορίζει; Πού είναι η ελευθερία των πανεπιστημιακών; Το άσυλο είναι η ελευθερία των μαθημάτων, δεν είναι η ελευθερία των παιδιών.

Τι μπορεί να γίνει; Να αρχίσει ο καθένας να κάνει τη δουλειά του υπεύθυνα. Να σταματήσει ο καθένας να κάνει τη μεταρρύθμισή του. Εδώ πέρα έχουν περάσει στα δέκα χρόνια είκοσι υπουργοί και έχεις είκοσι μεταρρυθμίσεις. Στη Γαλλία λέμε ότι υπάρχουν τρία πράγματα για τα οποία πρέπει όλοι να είναι σύμφωνοι όταν ψηφίζονται οι προϋπολογισμοί, ασχέτως κομμάτων. Υγεία, παιδεία και ασφάλεια. Αν αυτά τα τρία πράγματα ψηφιστούν από όλα τα κόμματα, τότε θα είναι καλύτερα».

Δεν αφήνει έξω από την κριτική της τους εκπαιδευτικούς και τις ευθύνες τους λέγοντας: «Η ευθύνη των δασκάλων είναι τεράστια. Δεν φταίει μόνο το κράτος αλλά κι εμείς οι δάσκαλοι και οι καθηγητάδες που αρχίζουμε να λέμε τι θέλει καθένας μας για την επιστήμη μας, σαν να είναι χωρισμένα όλα αυτά τα πράγματα. Και ξαναλέω πως παιδεία και εκπαίδευση δεν είναι σαλάμι. Είναι όλη μαζί και για όλους. Δυστυχώς η κατηγοριοποίηση υπάρχει και στις επιστήμες όπως και στην κοινωνία και τη βλέπουμε συνεχώς. Γεγονός που κάνει το «όλοι μαζί» να είναι αδύνατο. Γι’ αυτό έχει γίνει και σύνθημα. Πού αλλού έχει γίνει σύνθημα το όλοι μαζί;»

Ζητώντας από την κ. Αρβελέρ να μας πει για τους Έλληνες επιστήμονες που εγκαταλείπουν τη χώρα μας για να αναζητήσουν το επαγγελματικό τους μέλλον στο εξωτερικό, απαντά: «Οι Έλληνες επιστήμονες είναι καλοί εκεί που κάνουν τη δουλειά τους καλά. Και πού κάνουν καλά τη δουλειά τους; Έξω. Αλλά όχι αυτοί που έρχονται πρωτοετείς. Να το προσέξουμε. Όσοι αποτυγχάνουν εδώ στις εξετάσεις στις πανελλήνιες και έρχονται έξω, γιατί ξέρουν πέντε γαλλικούλια ή οι πατεράδες τους έχουν ευρώ ή δολάρια, αυτοί δεν κάνουν τίποτα. Εκείνοι που κάνουν κάτι είναι όσοι έρχονται για μεταπτυχιακά και έχουν το θάρρος να αντέξουν σε αυτή τη δύσκολη πειθαρχία που είναι τα ξένα πανεπιστήμια».

«Η Ελλάδα βρίσκεται σε στάδιο παρακμής αλλά δεν θα πεθάνει»

Αυστηρή στην κριτική της η κ. Αρβελέρ και για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα.

«Κάθε φορά που έρχομαι από τη Γαλλία στην Ελλάδα τα πράγματα είναι χειρότερα. Δεν βλέπω δηλαδή από πού μπορούμε να δούμε κάτι καλύτερο κάποια στιγμή. Γιατί το λέω αυτό; Διότι κάθε φορά τα παιδιά φεύγουν έξω, κάθε φορά βλέπεις ανθρώπους να αναζητούν τρόπους για να βοηθήσουν τους ηλικιωμένους γονείς τους επειδή μειώθηκε η σύνταξη τους και ηλικιωμένους να αναζητούν τρόπους να βοηθήσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Όλα αυτά τα πράγματα με κάνουν να λέω ότι από τη στιγμή που ένα εθνικό θέμα γίνεται πολιτικό, ένα πολιτικό θέμα γίνεται κομματικό και ένα κομματικό θέμα γίνεται προσωπικό, πως βρισκόμαστε σε παρακμή».

Ποια είναι η εκτίμηση της; Θα βγει σύντομα από το αδιέξοδο η χώρα μας; Η κ. Αρβελέρ απαντά με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο.

«Το 1974 η κόρη μου ήταν μικρό παιδάκι. Ήξερε ένα ελληνικό τραγούδι μόνο και το τραγουδούσε συνεχώς: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Υπάρχει μια γαλλική φράση η «Sac à malice» (σακ α μαλίς) που σημαίνει ένας σάκος με πονηριές και οι Γάλλοι το λένε για τον πολυμήχανο Οδυσσέα, ότι μπόρεσε δηλαδή με τις πονηριές του να κάνει σπουδαία πράγματα.
Η κόρη μου λοιπόν άκουγε τότε να φωνάζουν «Καραμανλής» και μού λέει κάποια στιγμή: «Φωνάζουν «ένα καρο α μαλις». Λοιπόν, μάς λείπει ένα «car à malice» για να ξεμπλέξουμε».

Ευτυχώς, η σπουδαία Ελληνίδα Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έχει να στείλει ένα αισιόδοξο μήνυμα στην κοινωνία. Κλείνει τη συζήτηση μας με τη φράση «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει».