Στα 37 χρόνια που δισκογραφώ, έχω τραγουδήσει μόνο 15 τραγούδια. Και είναι μόνο αυτά που τα ίδια απαιτούν να τραγουδηθούν από τον δημιουργό. Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι οι “Εφτά νάνοι”. Με τους “Εφτά νάνους” έχει ταυτιστεί το εντός μου και η ρυθμική μου αγωγή, όταν το παίζω στο πιάνο…» έλεγε ο Θάνος Μικρούτσικος.

Κι είναι αλήθεια ότι αυτό περνούσε στον θεατή-ακροατή κάθε φορά που ο αγαπημένος συνθέτης καθόταν στο πιάνο για ν’ αναμετρηθεί με το εντός του, τη δοσμένη χρονική στιγμή και συγκυρία που κάθε φορά επηρέαζαν τον ίδιο και αναμφίβολα την ερμηνεία του. Όπως θα ακούσετε και θα δείτε στα βίντεο που επιλέξαμε, όπως η χρονική διάρκεια του τραγουδιού, έτσι και η ερμηνεία του Θάνου, ποτέ δεν είναι η ίδια.

Κάθε φορά, εκτός από το πάθος που λειτουργεί σαν κοινή συνισταμένη, αυξομειώνονται η ένταση και τα συγκινησιακά φορτία που εκπέμπουν ο αυτοσχεδιασμός και η – κάθε φορά διαφορετική – ερμηνεία του Θάνου.

«Οι 7 νάνοι στο S/S Cyrenia» έχουν ταυτιστεί με τον ίδιο όσο ίσως κανένα άλλο τραγούδι του. Με τη φωνή του Θάνου Μικρούτσικου το τραγούδι ηχογραφήθηκε στο στούντιο το 1991, στο δίσκο «Γραμμές των οριζόντων».

Όμως η πρώτη ηχογράφηση σε στούντιο δεν έγινε με τη φωνή του Θάνου, αλλά με τη φωνή μιας από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ερμηνεύτριες, της Χαρούλας Αλεξίου, που το μακρινό 1986 ερμήνευσε τα 12 τραγούδια του δίσκου «Η αγάπη είναι ζάλη», σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Μπάμπη Τσικληρόπουλου και Ανδρέα Μικρούτσικου, αδελφού του συνθέτη. «Οι 7 νάνοι στο S/S Cyrenia» ήταν το μοναδικό τραγούδι του δίσκου σε ποίηση Νίκου Καββαδία.

Όλα, η διάρκεια, η ενορχήστρωση, η – εξαιρετική – ερμηνεία της Αλεξίου, είναι διαφορετικά στο τραγούδι με το οποίο ταυτίστηκε και ταυτίσαμε στην πορεία του χρόνου με τον Θάνο Μικρούτσικο.

Το ποίημα «Οι 7 νάνοι στο S/S Cyrenia» γράφτηκε από τον Νίκο Καββαδία το 1951 και ο ποιητής το αφιέρωσε στην αγαπημένη του ανιψιά, Έλγκα. Περιλαμβάνεται στην τρίτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τραβέρσο» που πρωτοεκδόθηκε το 1975. Οι εφτά νάνοι δεν είναι υπαρκτά πρόσωπα, σε αντίθεση με το επιβατηγό «Κυρήνεια» που υπήρξε ένα από τα βαπόρια που μετέφερε Έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία, και με το οποίο έκανε κάποια ταξίδια και ο Καββαδίας που εκτός από ποιητής ήταν ασυρματιστής στα καράβια.

Σύμφωνα με την αδερφή του ποιητή Τζένια Καββαδία: «Από τον καιρό που ήταν πολύ μικρή η Έλγκα (η ανιψιά του), του ζητούσε να της γράψει ένα τραγούδι για τους νάνους της. Ήταν μυθικά πρόσωπα στη ζωή της. Ζωγραφιές, κούκλες, βιβλία, μια μπάντα κεντημένη με τους εφτά στον τοίχο του κρεβατιού της. Της το ‘φτιαξε, όταν είχε πια μεγαλώσει. «Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι; κόρη ξανθή και γαλανή, θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…».

Οι στίχοι αυτοί είναι παρεμβολές στο παραμύθι και αναφέρονται στη μικρή του ανιψιά. Οι δύο άλλοι: Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη; Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουνε οι διακόσιοι; αναφέρονται σε δύο μετανάστριες -πραγματικά πρόσωπα αυτές- που ταξιδεύουνε στο ίδιο βαπόρι με τους εφτά φανταστικούς νάνους, τους διακόσιους του πληρώματος και τους χίλιους μετανάστες. Πρόκειται για τους νάνους, οι οποίοι αναφέρονται είναι οι εφτά νυχτοπερπατητές (Nightwalkers) από το μυθιστόρημα Quentin Durward του Walter Scott και δεν έχουν καμία σχέση με τη χιονάτη και τους εφτά νάνους, όπως πιστεύουν πολλοί. Το υπερωκεάνιο ss Cyrenia ταξίδευε προς την Αυστραλία μεταφέροντας κυρίως μετανάστες από την Ευρώπη στους Αντίποδες και για αυτό πήγαινε γεμάτο και γύρναγε άδειο. 

Εδώ μια ζωντανή εκτέλεση από τον συνθέτη το 1987:

Οι 7 νάνοι στο S/S Cyrenia

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει. Εσθήρ,
ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου που πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ’έναν αυλό με νανουρίζει.

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιε μου που πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Πηγές: katiousa melindasblog