Angelo Monticelli (1778-1837), Public domain, via Wikimedia Commons
Advertisement

Για χάρη του γράφτηκαν βιβλία, γυρίστηκαν κινηματογραφικές ταινίες ενώ η αυτοκράτειρα Σίσσυ της Αυστρίας έκτισε προς τιμήν του το Αχίλλειο στην Κέρκυρα.

Ο Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα και της Νηρηίδας Θέτιδας, ήταν ο βασιλιάς των φοβερών και τρομερών Μυρμιδόνων στη Φθία (σημερινή ανατολική – βορειοανατολική Φθιώτιδα). 

Τον γνωρίσαμε από την Ιλιάδα, που το θέμα της δεν είναι η άλωση της Τροίας αλλά η οργή του Αχιλλέα, όπως γράφουν και οι πρώτοι δύο στίχοι του διάσημου αυτού έργου, ο οποίος στη διάρκεια αυτής της εκστρατείας λίγο έλειψε να προκαλέσει το χαμό του στρατού των Ελλήνων.

Advertisement

Σύμφωνα με το μετα-Ομηρικό μύθο, η μητέρα του προσπάθησε να κάνει τον Αχιλλέα άτρωτο, βουτώντας τον στα νερά της Στύγας, όμως πιάνοντάς τον από τη φτέρνα, τον άφησε τρωτό σ’ αυτό το σημείο. Κάπως έτσι κυριαρχεί μέχρι σήμερα η φράση “Αχίλλειος πτέρνα”.

Η ασπίδα του Αχιλλέα

Ο Όμηρος αφιερώνει στην ασπίδα του Αχιλλέα τουλάχιστον 134 στίχους στην Ιλιάδα, το απόσπασμα της οποίας είχαν ονομάσει οι αρχαίοι «οπλοποιία». Στο έπος, ο Αχιλλέας έχει χάσει την πανοπλία του, μετά το δανεισμό της στον σύντροφό του, τον Πάτροκλο. Ο Πάτροκλος έχει σκοτωθεί στη μάχη από τον Έκτορα ο οποίος πήρε τα όπλα του ως λάφυρα.

Η μητέρα του Αχιλλέα, η Θέτις ζητάει από το θεό Ήφαιστο να σφυρηλατήσει μια καινούργια πανοπλία για τον γιό της.

Το απόσπασμα που περιγράφει την ασπίδα είναι ένα πρώιμο παράδειγμα της «έκφρασης» (μια λογοτεχνική περιγραφή ενός έργου της οπτικής τέχνης) και επηρέασε πολλά μεταγενέστερα ποιήματα, συμπεριλαμβανομένης της Ασπίδα του Ηρακλή, που αποδόθηκε στον Ησίοδο.

Ο Όμηρος δίνει μια λεπτομερή περιγραφή των εικόνων που κοσμούν τη νέα ασπίδα, έργο του Ηφαίστου. Ξεκινώντας από το κέντρο της ασπίδας κινείται προς τα έξω, από κύκλο σε κύκλο, και η ασπίδα περιγράφεται ως εξής:

  • Η γη, ο ουρανός και θάλασσα, ο ήλιος, το φεγγάρι και οι αστερισμοί (484-89)
  • “Δύο όμορφες πόλεις γεμάτες από ανθρώπους”: στη μία, ένας γάμος και μια δίκη λαμβάνουν μέρος (490-508), ενώ η άλλη, πολιορκείται από δύο στρατούς, όπου η ασπίδα δείχνει μια ενέδρα και μια μάχη (509 – 540) .
  • Ένα πεδίο που επανακαλλιεργείται για τρίτη φορά (541-549).
  • Την ιδιοκτησία ενός βασιλιά, όπου η συγκομιδή του αποκομίζεται (550-560).
  • Ένα αμπέλι που άνθρωποι μαζεύουν σταφύλια (561-572).
  • Μια «αγέλη κερασφόρων ζώων με ίσια κέρατα». Ο ταύρος που είναι μπροστά έχει δεχθεί επίθεση από ένα ζευγάρι άγρια λιοντάρια και οι βοσκοί με τα σκυλιά τους, προσπαθούν να τα διώξουν μακριά (573-586).
  • Μια εικόνα από μια φάρμα προβάτων (587-589).
  • Μία σκηνή χορού, όπου νέοι άνδρες και γυναίκες χορεύουν (590-607).
  • Το μεγάλο ρεύμα του Ωκεανού (607-608).

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα του Ιωάννη Κακριδή

“Όταν ο Αχιλλέας, παραμερίζοντας το θυμό του, αποφασίζει να βγει ξανά στη μάχη και να σκοτώσει τον Έχτορα, για να εκδικηθεί ιό θάνατο του Πάτροκλου, βρίσκεται δίχως όπλα. Γιατί την αρματωσιά του την είχε φορέσει ο φίλος του, και τώρα έχει πέσει κούρσος στα χέρια του με­γάλου αντίμαχου. Τα καινούργια άρματα που χρειάζονται στον Αχιλλέα θ’ αναγκαστεί η μητέρα του η Θέτιδα να ανεβεί στον Όλυμπο και να παρακαλέσει τον Ήφαιστο να του τα μαστορέψει.

Ο θεός, που δεν ξεχνάει πόση καλοσύνη του είχε δείξει η Θέτιδα σε χρόνια πιο παλιά, είναι πρόθυμος να πάρει πάνω του τον κόπο να φτιάξει την καινούργια πανοπλία. Αφήνει λοιπόν τη γυναίκα του να της κρατάει στο μεταξύ συντροφιά, κι αυτός κλείνεται στο εργαστήρι του, ανάβει τα καμίνια του και στρώνεται στη δουλειά.

Άρματα μαστορεμένα από τέτοιο θεό και προορισμένα να σκεπάσουν το κορμί ενός τέτοιου ήρωα δεν μπορεί παρά να ξεπερνούν στην ομορφιά και στην αντοχή κάθε άλλη αρματωσιά φτιαγμένη από χέρια θνητά: Ο θώρακας λάμπει σα φλόγα, το κράνος είναι πανώριο, πλουμιστό, με φούντα μαλαματένια, οι κνημίδες καμωμένες από φτενό καλάι. Μα πάνω απ’ όλα τ’ άλλα είναι η ασπίδα, που ο Ήφαιστος θα δουλέψει για ώρα πολλή. Για να γίνει στέρεη, θα την κάνει με πέντε απανωτές στρώσεις, δυο από καλάι, δυο από μπρούντζο και μια, τη μεσαία, από μάλαμα. Κι έπειτα θα την πλουμίσει όσο δεν πλουμίστηκε καμιά ασπίδα στον κόσμο.

Η ασπίδα είναι στρογγυλή κι η εξωτερική της επιφάνεια θα σκεπαστεί ολόκληρη με εικόνες από χρυσάφι, ασήμι, καλάι και άλλα πολύτιμα ολικά, καταταγμένες σε πέντε ομόκεντρους κύκλους. Στο μεσαίο ο Ήφαιστος «βάζει τη γης, βάζει τη θάλασσα, βάζει τα ουράνια απάνω, βάζει τον ήλιο τον ακούραστο, τ’ ολόγιομο φεγγάρι, κι’ όλα τ’ αστέρια, ως στεφανώνουνε τον ουρανό…»

Ο δεύτερος από μέσα κύκλος παρασταίνει δύο πολιτείες, τη μία σε ώρες ειρηνικές, την άλλη σε άγριες ώρες πολέμου. Η πρώτη παράσταση είναι χωρισμένη σε δυο εικόνες: από τη μια έχουμε δυο άντρες πού δικάζονται στην αγορά, από την άλλη έναν γάμο.

«Κι ακόμα παίρνει βάζει απάνω του δυο πολιτείες ανθρώπων,
πανέμορφες· στη μια ξεφάντωσες ιστόρησε και γάμους·
τις νύφες παίρναν απ’ τα σπίτια τους με φώτα, με λαμπάδες,
και τις περνούσαν με νυφιάτικα τραγούδια από τις ρούγες.»
Ιλιάδα Σ490-494. Μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή.

Στους δυο ακόλουθους κύκλους βλέπουμε ζευγολάτες πού οργώνουν, εργάτες πού θερίζουν, κοπέλες και παλικάρια πού τρυγούν, έπειτα βόδια και πρόβατα που βόσκουν, τέλος έναν χορό.

Όλες αυτές οι τόσο κινημένες σκηνές της γης θα κλειστούν με τον τελευταίο, τον εξώτατο κύκλο, πού παρασταίνει, τον Ωκεανό. Γιατί για τους αρχαίους Έλληνες ο Ωκεανός ήταν ένα φαρδύ ποτάμι πού έζωνε τη γη ολόκληρη”.

Η ασπίδα του Αχιλλέα μπορεί να διαβαστεί με ποικίλους διαφορετικούς τρόπους. Μια ερμηνεία είναι, ότι η ασπίδα είναι απλώς μια φυσική ενθυλάκωση όλου του κόσμου. Τα στρώματα της ασπίδας είναι μια σειρά από αντιθέσεις – δηλαδή ο πόλεμος και η ειρήνη, η εργασία και η γιορτή, αν και η απεικόνιση ενός φόνου στην πόλη σε ειρήνη δείχνει ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν είναι πλήρως απαλλαγμένος από συγκρούσεις.

Ο Βόλφγκανγ Σάντεβαλντ, ένας Γερμανός συγγραφέας, ισχυρίζεται ότι αυτές οι τεμνόμενες αντιθέσεις δείχνουν τις βασικές μορφές μιας πολιτισμένης και ουσιαστικά ομαλής ζωής. Αυτή η αντίθεση, επίσης, θεωρείται ως ένας τρόπος για να μας κάνει “να δούμε τον πόλεμο σε σχέση με την ειρήνη.

” Η περιγραφή της ασπίδας σβήνει μεταξύ της μάχης για το σώμα του Πάτροκλου και της εισόδου του Αχιλλέα ξανά στη μάχη, η οποία είναι και ένα από τα πιο αιματηρά μέρη του έπους. Κατά συνέπεια, η ασπίδα θα μπορούσε να μεταφραστεί ως μία «ανάπαυση πριν από έναν επικείμενο κατακλυσμό», που χρησιμοποιείται για να τονίσει την σκληρότητα της βίας κατά τη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου. Θα μπορούσε επίσης να μεταφραστεί ως μια υπενθύμιση για τον αναγνώστη για το τι θα χαθεί αν η Τροία τελικά πέσει”.

Advertisement