Η ιστορία πίσω από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και η συγκλονιστική φωτογραφία που τον ενέπνευσε

Μία φωτογραφία με μία μητέρα πάνω από το νεκρό παιδί της στάθηκε αφορμή και έμπνευση για τον Γιάννη Ρίτσο, για να γράψει τον συγκλονιστικό «Επιτάφιο».

Η ιστορία πίσω από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και η συγκλονιστική φωτογραφία που τον ενέπνευσε

Ολα ξεκίνησαν το 1936, όταν στη Θεσσαλονίκη έγινε μια μαζική απεργία. Οι απεργοί δεν κάνανε μαζικές συγκεντρώσεις. Μια από τις διάσπαρτες συγκεντρώσεις τους ήταν στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, όταν αιφνιδιαστικά, αστυνομικοί, άρχισαν να πυροβολούν προς τη συγκέντρωση.

Ο απολογισμός ήταν 12 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Κατόπιν, οι απεργοί αντέδρασαν και αυτό που ακολούθησε είναι απερίγραπτο.

Την επόμενη μέρα ο Ριζοσπάστης, αφιερώνει το εξώφυλλο του σε αυτά τα γεγονότα.

Στο εξώφυλλο του υπάρχει μια φωτογραφία, που απεικονίζει μια γυναίκα, να κλαίει πάνω από το νεκρό παιδί της.

Η ιστορία πίσω από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και η συγκλονιστική φωτογραφία που τον ενέπνευσε
Hταν ο 25χρονος Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης. Οι σύντροφοί του τον μετέφεραν νεκρό σε μια ξύλινη πόρτα που ξήλωσαν από οικοδομή. Η μάνα του, πεσμένη στα γόνατα μοιρολογεί.

Ο Ρίτσος, αφού βλέπει αυτή τη σκληρή εικόνα κλείνεται στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30 και συγγράφει. Όπως ο ίδιος λέει, «είχε κλειστεί στη σοφίτα του δύο μερόνυχτα και έγραφε, χωρίς να φάει και να κοιμηθεί, την τρίτη μέρα, δεν άντεξε, άρχισε να σβήνει…».

Κατόπιν, παραδίδει τα πρώτα τρία ποιήματα, από τα 20 συνολικά, στον Ευθύφρονα Ηλιάδη, και δημοσιεύονται στον Ριζοσπάστη.

Ο Επιτάφιος του Ρίτσου δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουνίου 1936, από το εκδοτικό της εφημερίδας Ριζοσπάστης.

Η ιστορία πίσω από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και η συγκλονιστική φωτογραφία που τον ενέπνευσε

Ήδη από τον προηγούμενο μήνα είχαν εκδοθεί από την ίδια εφημερίδα, τα πρώτα 3 άσματα, από τα 20 συνολικά. Ο τίτλος τους: Μοιρολόι, στις 12 Μάη του 1936. Τα 10.000 χιλιάδες αντίτυπα που κυκλοφόρησαν, από το εκδοτικό της εφημερίδας είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Kι αυτός ήταν χωρίς αμφιβολία  αριθμός ρεκόρ, για την εποχή.

Όμως, εκείνη την περίοδο, ανακηρύχθηκε δικτάτορας ο Ιωάννης Μεταξάς και κάηκαν τα τελευταία 250 εναπομείναντα αντίτυπα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.

Η οριστική μορφή του ποιήματος, εκδόθηκε 20 χρόνια αργότερα, το 1956, η οποία περιλαμβάνει και τα 20 άσματα του Επιταφίου, έξι δηλαδή παραπάνω από αυτά που περιείχε η εκδοτική του Ριζοσπάστη το 1936.

Το ποίημα αυτό είναι ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, καθώς και το ποίημα που τον έκανε γνωστό στο ελληνικό κοινό.

Στο παρακάτω βίντεο ο Ρίτσος απαγγέλλει απόσπασμα από το έργο του

 

Τον επιτάφιο μελοποιεί ο Μίκης Θεοδωράκης

Το 1959, από το Παρίσι, εμφανίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης, που έχει μελοποιήσει το ποίημα.

Η ιστορία πίσω από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και η συγκλονιστική φωτογραφία που τον ενέπνευσε

Το έγραφε στο αυτοκίνητο του, περιμένοντας τη γυναίκα του που είχε πάει για ψώνια, σημειώνοντας τις νότες στο βιβλίο που του είχε στείλει ο ίδιος ο Ρίτσος. Κατόπιν το στέλνει πίσω στον Ρίτσο, στον Βύρωνα Σάμιο και στον Μάνο Χατζιδάκι.

Η εταιρεία τον παρέπεμψε, στον ήδη γοητευμένο από μελοποιημένη ποίηση, Χατζιδάκι. Ο συνθέτης, δέχεται να το ενορχηστρώσει, στη πρώτη του λυρική εκτέλεση επιλέγοντας τη Νανά Μούσχουρη.

 

Το αποτέλεσμα δεν ήταν το ζητούμενο, και δεν άρεσε ούτε στον Θεοδωράκη, ούτε στον Ρίτσο. Κι έτσι, ο Μίκης Θεοδωράκης κάνει τη δική του ενορχήστρωση σε ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση και εκτέλεση Μανώλη Χιώτη.

 

 

«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ` το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ΄ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω»