Καζαντζάκης: Ο άνθρωπος είναι χτήνος. Τούκαμες κακό; Σε σέβεται. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια

“Οι μισές δουλειές, οι μισές κουβέντες, οι μισές αμαρτίες, οι μισές καλοσύνες έφεραν τον κόσμο στα σημερινά χάλια. Φτάσε, μωρέ άνθρωπε, ως την άκρα, βάρα και μη φοβάσαι! Πιο πολύ σιχαίνεται ο Θεός το μισοδιάολο παρά τον αρχιδιάολο!”..

Καζαντζάκης: Ο άνθρωπος είναι χτήνος. Τούκαμες κακό; Σε σέβεται. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια

Ο “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά έργα του Νίκου Καζαντζάκη το οποίο έλαβε το 1954 το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος που εκδόθηκε στη Γαλλία. Ένα βιβλίο που συγκαταλέγεται στα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των Εποχών σύμφωνα με την έκθεση που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου.

Η πλοκή του έργου διαδραματίζεται στην Κρήτη. Η ιστορία ξεκινά τη στιγμή που συναντιούνται στον Πειραιά οι δύο βασικοί ήρωες του βιβλίου: ο Συγγραφέας και ο Ζορμπάς. Ο Συγγραφέας, αφού εντυπωσιάστηκε με τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά και το διαρκώς φιλοσοφούμενο πάθος του για τη ζωή, αποφασίζει να τον προσλάβει ως επιστάτη στην επιχείρησή του. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει η ερωμένη του Ζορμπά, μια από τις πολλές γυναίκες της πολυτάραχης ζωής του. Σημαντικός κορμός του μυθιστορήματος είναι οι συζητήσεις των δύο φίλων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους στο λιγνιτωρυχείο το οποίο αποδεικνύεται ένα προσχηματικό συγγραφικό κατασκεύασμα.

Καζαντζάκης: Ο άνθρωπος είναι χτήνος. Τούκαμες κακό; Σε σέβεται. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια

Πόσοι όμως γνωρίζουν ότι ο Αλέξης Ζορμπάς ήταν υπαρκτό πρόσωπο;

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Ζορμπάς. Γεννήθηκε το 1865 στον Κολινδρό της Πιερίας και πέθανε στα Σκόπια το 1941.

Το 1914, ο Γεώργιος Ζορμπάς, έφυγε για το Άγιο Όρος για να γίνει καλόγερος. Εκεί γνωρίστηκε με τον Καζαντζάκη κι αργότερα πήγαν στη μεσσηνιακή Μάνη για να εκμεταλλευτούν τα ορυχεία της Πράστοβας κοντά στη Στούπα, που ανήκει σήμερα στον Δήμο Δυτικής Μάνης. Ο Ζορμπάς έφερε στη Στούπα πέντε από τα παιδιά του καθώς και την οικογένειας της κουνιάδας του. Η συνεργασία του Καζαντζάκη με τον Ζορμπά, είχε διάρκεια περίπου δύο χρόνων (1916 – 1918).

Στο κορυφαίο αυτό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, παρουσιάζονται μέσα από τους μυθιστορηματικούς διαλόγους των δύο βασικών χαρακτήρων, όλα τα προβλήματα που έχουν κατά καιρούς απασχολήσει τον μεγάλο Κρητικό συγγραφέα, όπως το πρόβλημα της ελευθερίας και της διαθεσιμότητας του ανθρώπου, η μοίρα, τα όρια που έχει η ανθρώπινη δράση μέσα στον κόσμο και, κυρίως, η αγωνιστική δράση. Όπως γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, στην Εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ»:

«…Τα προβλήματα αυτά αντιμετωπίζονται με τελείως διαφορετικό τρόπο από τους δύο συνομιλητές, οι οποίοι μέσα στο άγριο τοπίο της κρητικής γης λιγότερο ενδιαφέρονται για τον βιοπορισμό τους και περισσότερο για την κατάκτηση της γνώσης. Σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο Ζορμπάς αντιπροσωπεύει το ιδεώδες του συγγραφέα. Είναι μια νιτσεϊκή μορφή, πέραν του καλού και του κακού, πέρα από τις συμβατικές ηθικές μετρήσεις και, συνεπώς, πέρα από κάθε αμφιβολία που δημιουργείται από τον σκεπτικισμό των διανοουμένων».

Καζαντζάκης: Ο άνθρωπος είναι χτήνος. Τούκαμες κακό; Σε σέβεται. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια

Παράτολμος και θυμόσοφος ο Ζορμπάς, προσπαθεί να μεταφέρει τη γνώση του στον γεμάτο μεταφυσικές αγωνίες Καζαντζάκη, ο οποίος αντιπροσωπεύει τον τύπο του ανθρώπου των γραμμάτων που με τον σχολαστικισμό του έχει χάσει, για τις επιμέρους λεπτομέρειες, το βαθύτερο νόημα της ζωής.

Ακολουθούν μερικά αγαπημένα αποσπάσματα από το “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”

Όσο ζούμε μιαν ευτυχία, δύσκολα τη νιώθουμε. Μονάχα όταν περάσει και κοιτάξουμε πίσω μας, καταλαβαίνουμε ξαφνικά -και κάποτε με κατάπληξη- πόσο σταθήκαμε ευτυχισμένοι.

Μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονών φύτευε μια μυγδαλιά. -Ε, παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις; Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: -Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος! -Κι εγώ, του αποκρίθηκα, ενεργώ σα νάταν να πεθάνω την πάσα στιγμή. Ποιος από τους δυο μας είχε δίκιο, αφεντικό;

Θεριό είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του, θεριό ανήμερο και τρώει ανθρώπους! (…..) Τρώει αρνιά και κότες και γουρουνάκια, μα αν δε φάει άνθρωπο, όχι, δε χορταίνει.

Ο άνθρωπος είναι χτήνος! (…..) Τούκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.

Μωρέ, τι μηχανή είναι ο άνθρωπος! Της βάζεις ψωμί, κρασί, ψάρια, ραπανάκια και βγαίνουν αναστεναγμοί, γέλια κι ονείρατα. Εργοστάσιο!

Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.

Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος.

Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· μοχτούσε να καταλάβει.
― Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν υπογράφω!

Αφεντικό σε συμπαθώ πάρα πολύ. Έχεις τα πάντα εκτός από λίγη τρέλα και όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται λίγη τρέλα… Αλλιώς δεν μπορεί να σπάσει το σκοινί και να ελευθερωθεί.

Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο -ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο.

Η ζωή είναι μπελάς, ο θάνατος δεν είναι. Ζωντανός άνθρωπος, ξέρεις τι θα πει; Ν’ αμολάς το ζωνάρι σου και να γυρεύεις καβγά.

Αν μια γυναίκα κοιμάται μοναχή, εμείς, όλοι οι άντρες, φταίμε. Όλοι θα ’χουμε την άλλη μέρα, στην κρίση του Θεού, να δώσουμε λόγο.

Η δικιά μου εμένα Παράδεισο είναι ετούτη: μια μικρή μυρωδάτη καμαρούλα με παρδαλά φουστάνια και μοσκοσάπουνα κι ένα διπλόφαρδο κρεβάτι με σούστες, και δίπλα μου το θηλυκό γένος.

Να ξέραμε αφεντικό τι λένε οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή ! Μπορεί να φωνάζουν, να μας φωνάζουν, κι εμείς να μην ακούμε.

ΕΙχα, μάθει πέντ’ έξι ρούσικες λέξες, όσες μου χρειάζονταν στη δουλειά μου: «όχι, ναι, ψωμί, νερό, σε αγαπώ, έλα, πόσα».

Πάμε όξω φώναξε· κάτω από τ’ αστέρια, να μας βλέπει ο Θεός.

Εγώ, μη γελάσεις, αφεντικό, φαντάζουμαι το θεό απαράλλαχτο σαν και μένα. Μονάχα πιο αψηλό, πιο δυνατό, πιο παλαβό· κι αθάνατο.