Advertisement

H πρωτοφανής υπόθεση για τα τότε ελληνικά δεδομένα μιας μάνας που σκότωσε τον γαμπρό της και που πέρασε στην ιστορία όταν έγινε τραγούδι με τίτλο Κακούργα Πεθερά (Καημένε Αθανασόπουλε) το 1931. 

“Καημένε Αθανασόπουλε, τι σου ‘μελλε να πάθεις, από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις”.

Advertisement

Ο Θανάσης Αθανασόπουλος (1931) υπήρξε το θύμα άγριας δολοφονίας από την πεθερά, την σύζυγό του και τον εξάδελφο της συζύγου του. Το γεγονός είχε προκαλέσει τεράστια εντύπωση και αναστάτωση στην εποχή του και χαρακτηρίστηκε “έγκλημα του αιώνα”, αφού ήταν το πρώτο -τουλάχιστον επίσημα καταγραμμένο- έγκλημα τέτοιου είδους.

Ήταν ανήμερα των Θεοφανείων του 1931 όταν ένα μικρό παιδί είδε στην κοίτη του Κηφισού δυο μεγάλους σάκους. Μέσα τους, υπήρχε ένα τεμαχισμένο πτώμα. Το θύμα ήταν ο Δημήτριος Αθανασόπουλος, μεγαλοεργολάβος, ο οποίος έμενε στην Καλλιθέα. Την δολοφονία του είχε διατάξει η πεθερά του και δράστης ήταν ο 18χρονος ανιψιός της, Δημήτρης.

Για το ειδεχθές έγκλημα, συνελήφθησαν η σύζυγος του εργολάβου, Φούλα, η υπηρέτρια, Γιαννούλα Μπέλου και ο εραστής της πεθεράς, Σπύρος Μαγουλόπουλος, ο ανιψιός του, Αντώνης και ο Γιώργος Κορναράκης.

Οι τρεις τελευταίοι είχαν αναλάβει την μεταφορά του πτώματος. Λίγες ημέρες μετά την αποκάλυψη του αποτρόπαιου εγκλήματος έγινε ρεμπέτικο το οποίο έμεινε στην ιστορία. Σε 12 τετράστιχα και μουσική του Ιάκωβου Μοντανάρη, το «Κακούργα πεθερά» έγινε μια απο τις μεγαλύτερες επιτυχίες της προπολεμικής Ελλάδας! Το τραγούδι είναι γνωστό και ως: “Καημένε Αθανασόπουλε τι σου μελλε να πάθεις”.


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή

Έγκλημα στην Χαροκόπου

Ήταν νύχτα της 3ης προς 4η Γενάρη του 1931. Παγωνιά. Το σπίτι στη συμβολή των οδών Θησέως και Αγ. Πάντων, στου Χαροκόπου ήταν σκοτεινό. Πίσω από τους τοίχους του, όμως, διαπράττονταν ένας βιασμός. Ο Δημήτρης Αθανασόπουλος, εργολάβος, βίαζε παρά φύσει τη σύζυγό του Φούλα.

Ο Αθανασόπουλος, αμετανόητος γυναικάς με ελαστικότατη συνείδηση, είχε αγανακτήσει με τη γυναίκα του που του αρνιόταν κάτι, που άλλες του έδιναν πρόθυμα. Μεταξύ αυτών και η μητέρα της συζύγου του και πεθερά του! Ήταν η τελευταία φορά που θα επιδίδονταν σε σεξουαλική πράξη. Την επομένη θα ήταν νεκρός. 

Η Φούλα Αθανασοπούλου, πανέμορφη και δροσερή στα 25 της, είχε παντρευτεί τον Αθανασόπουλο απογοητεύοντας στρατιές θαυμαστών. Ο Αθανασόπουλος, κατά πάσα πιθανότητα, διατηρούσε σχέση με τη μητέρα της, Αρτεμη Κάστρου, μια ακόλαστη και άνευ φραγμών 45χρονη γυναίκα, η οποία δεν δίστασε να παντρέψει την κόρη της με τον εραστή της. Και το χειρότερο είναι πως, εξακολούθησε να έχει περιστασιακές ερωτικές σχέσεις με το γαμπρό της.

Εκείνη τη νύχτα ο Αθανασόπουλος ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Κακοποίησε βάναυσα τη Φούλα, η οποία κατόρθωσε να του ξεφύγει και να ζητήσει βοήθεια από τη μητέρα της. Η αντίστροφη μέτρηση για τον Αθανασόπουλο είχε αρχίσει.

Η Κάστρου αποφάσισε την εκτέλεση του Αθανασόπουλου. Δεν είπε τίποτα στην κόρη της. Συνενοήθηκε με τον 18χρονο Δημήτρη Μοσκιό, ανηψιό της, ερωτοχτυπημένο με την όμορφη Φούλα, και διανοητικά ασταθή. Ίσως να τον έπεισε λέγοντάς του πως μετά το φονικό, η Φούλα θα ήταν ελεύθερη για εκείνον να τη διεκδικήσει. Σημασία έχει πως ό,τι του είπε, τον έπεισε. Φρόντισε να τον μεθύσει με ούζο και ο Δημήτρης Μοσκιός απείχε ελάχιστα από το να γίνει δολοφόνος.

5 Γενάρη 1931. Στο σπίτι στου Χαροκόπου ο Αθανασόπουλος κοιμάται. Ο Μοσκιός τον πυροβολεί και τον σκοτώνει. Η Φούλα παρακολουθεί, χωρίς να συμμετέχει, αλλά και χωρίς να παρεμποδίζει το έγκλημα. Με παρότρυνση της Κάστρου και με τη βοήθεια της 38χρονης Γιαννούλας Μπέλλου, υπηρέτριας του σπιτιού, βάζουν φωτιά στο πτώμα του Αθανασόπουλου. Ο καπνός και η έντονη μυρωδιά, όμως, τις αναγκάζουν να σταματήσουν. Το πτώμα τεμαχίζεται, γίνεται πακέτα και παραδίδεται στον Σπύρο Μαγουλόπουλο, θαυμαστή επίσης της Φούλας για να το ξεφορτωθεί. Αυτός τα δίνει στον καραγωγέα Γιώργο Κορναράκη, με την εντολή να τα πετάξει στο ρέμα του Ιλισσού.

Έτσι και έγινε.

Για κακή τους τύχη, τα μακάβρια δέματα σκαλώνουν στις όχθες του ποταμού, όπου τα ανακαλύπτει ένα μικρό παιδί.

Ειδοποιείται η αστυνομία. Η αποκάλυψη των ενόχων δεν είναι μακριά.

Το έγκλημα στου Χαροκόπου έπεσε σαν βόμβα στην Αθηναϊκή κοινωνία και συντάραξε ολόκληρη της Ελλάδα, που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της από την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Μάλιστα, ξεπέρασε τα όρια της χώρας και ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο. Την πολύκροτη δίκη των κατηγορουμένων παρακολούθησαν και πολλοί ξένοι ανταποκριτές.

Η δίκη θα κρατήσει αρκετούς μήνες. Κατηγορούμενοι είναι η Κάστρου, η Φούλα, ο Μοσκιός, η Μπέλλου, ο Μαγουλόπουλος, ένας ανηψιός του και ο Κορναράκης.

Οι αστικές εφημερίδες της εποχής (1931-1932) πέτυχαν το «λαβράκι», για να τονίσουν την αναιμική κυκλοφορία τους.

Η δίκη πρόσφερε οχτάστηλα και πολλές σελίδες πρακτικά, που κρατούσαν συντάκτες με όλες τις πικάντικες λεπτομέρειες και άφθονο φωτορεποτάζ. Ο φακός «ζούμαρε» πάνω στην πανέμορφη Φούλα, στην «μέγαιρα» Κάστρου και στον αμίλητο ανιψιό, το Μοσκιό, που ήδη είχε καταρρεύσει και χαθεί μέσα στην παράνοιά του.

Οι καταδίκες ήταν βαριές

1) Άρτεμις Κάστρου, σύζυγος Παναγιώτου, ετών 45, εις θάνατον.
2) Σοφία Αθανασοπούλου, σύζυγος Δημητρίου, ετών 25, εις θάνατον.
3) Γιαννούλα Μπέλλου του Γεωργίου, ετών 38, εις ισόβια δεσμά
4) Δημήτριος Μοσκιός του Περικλέους ετών 18, κάθειρξις 20 ετών
5) Σπύρος Μαγουλόπουλος, κάθειρξις 18 μηνών
6)Αντώνιος Μαγουλόπουλος, ετών 23, αθώος
7) Κορναράκης Γεώργιος , ετών 34, αθώος.

Η Φούλα και η μητέρα της οδηγούνται στις φυλακές. Δεν θα μείνουν εκεί για περισσότερα από δέκα χρόνια. Ο Διευθυντής των φυλακών, ερωτεύεται τη Φούλα, την προστατεύει και κάνει τα πάντα για να περνάει καλά στη φυλακή. Με τον ίδιο τρόπο “βολεύεται” και η Κάστρου.

Η Κατοχή και η πρώτη κυβέρνηση των κουίσλιγκ, με πρωθυπουργό τον Τσολάκογλου, θα βγάλει με διάταγμά της από τις φυλακές τους βαρυποινίτες (υπουργός της Δικαιοσύνης ο Αντ. Λιβιεράτος) και στην περίπτωση αυτή μπήκαν κι η Φούλα μαζί με τη μάνα της, μολονότι είχαν θανατική καταδίκη.

Σ’ αυτό συνετέλεσε τα μέγιστα ο ερωτευμένος Διευθυντής των φυλακών, που ήταν και συγγενής του Τσολάκογλου.

Μάνα και κόρη αποφυλακίζονται. Η Φούλα παντρεύεται όχι τον Διευθυντή των φυλακών, αλλά έναν συνταγματάρχη, τον Αγαπητό Κομήτη. Υπήρξε υποδειγματική σύζυγος και πέθανε το 1971 από καρδιά. Ένα χρόνο αργότερα πέθανε και ο σύντροφός της.

Η Κάστρου υπέφερε πολύ στα τελευταία της, που τα πέρασε κατάκοιτη στο κρεβάτι, τρελάθηκε και πέθανε το 1956. Ο Μοσκιός είχε πεθάνει νωρίτερα, αφού είχε εισαχθεί στο Δρομοκαΐτειο. Η πνευματική του υγεία διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα από το φόνο. Η Γιαννούλα Λάμπρου, μετά την αποφυλάκισή της, παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια.

Το έγκλημα στου Χαροκόπου ήταν τόσο ειδεχθές και απεχθές, που ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά. Έγινε ακόμη και τραγούδι, σε στίχους του Γιακουμή Μοντανάρη και μουσική του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο Κώστας Φέρρης αφηγείται χαρακτηριστικά:

“Το “Τραγούδι του Αθανασόπουλου” του Γιακουμή Μοντανάρη, έχει το μεγαλύτερο ρεκόρ πωλήσεων για πάντα, “κατ’ αναλογίαν”. Πούλησε δηλαδή περισσότερους δίσκους, απ’ όσα γραμμόφωνα υπήρχαν τότε στην Ελλάδα για να το παίξουν. Λέγεται πως όλοι οι γαμπροί που είχαν κακές πεθερές, έστηναν γλέντι, και στο τέλος «σπάγανε το δίσκο» στα πόδια της πεθεράς! Λένε επίσης πως απ’ αυτό προέρχεται και η φράση «θα σπάσω πλάκα».

Το 2001 κυκλοφόρησε βιβλίο για την υπόθεση γραμμένο από το δημοσιογράφο Τάσο Κοντογιάννη, προκαλώντας δικαστική διαμάχη με τους απογόνους της Φούλας.

Καλλιτέχνης: Νούρος Κώστας
Άλμπουμ: 78 στροφές
Συνθέτης: Μοντανάρης Ιάκωβος
Στιχουργός: Μοντανάρης Ιάκωβος
Έτος Κυκλοφορίας: 1931

Στίχοι

Στου Χαροκόπου τα στενά μια μικροπαντρεμένη
εσκότωσε τον άντρα της βρε η δαιμονισμένη

Στον ύπνο που κοιμόντανε μάνα και θυγατέρα
έβάλανε τον ανηψιό και του ‘ριξε τη μια σφαίρα

Κι η Φούλα τότε φώναξε, μάνα μου πώς σπαράζει!
Κι η μάνα της της απαντά “πνίχτε τον” και διατάζει:
“Βάλτε φωτιά και κάφτε τον και κάντε τον κομμάτια
και μπρος να τον πετάξουμε να μη μας δούνε μάτια”.

Τότε τον πήραν σέρνοντας, στη σκάφη τον πετάνε,
φωτιά του βάζουν να καεί, στέκονται τον κοιτάνε.
“Πω πω καπνός και μυρουδιά, σβήστε τον θα πιαστούμε.
Κομμάτια να τον κάνομε, έτσι θα σκεπαστούμε”.

Με μια καρδιά μαρμάρινη τον έκανε κομμάτια
με τέχνη και υπομονή ανύποπτα δεμάτια
και νύχτα τον πετάξανε στο ρέμα να τα πάρει.
Μα αυτά στην άκρη στάθηκαν, Θεού ήτανε η χάρη
για να πιαστούν οι αίτιοι πραγματικοί φονιάδες
κι όχι ο γιατρός ο φίλος του κι οι δύο φιλενάδες.

Ένας διαβάτης που περνά περίεργα κοιτάζει.
“Τι να `ναι αυτά τα δέματα;” Κακό στο νου του βάζει.
Του αστυνόμου μίλησε, στο ρέμα πάνε πάλι,
τα δέματα ανοίξανε βλέπουν κορμί, κεφάλι.

Ανατριχιάζουν κι έφριξαν σαν είδανε ανθρώπου κορμί,
κεφάλι, δέματα να είναι τέτοιου τρόπου.
Κι η αστυνομία άρχισε, οι κύριοι Κουτσουμάρης, Λεονταρίτης και λοιποί,
ο πρώτος είναι ο Άρης που έριξε όλο το φως στην εγκληματική
και τους τσακώσαν όλους τους κι είναι στη φυλακή.

Βρε μούλα δεν εσκέφτηκες δεν πόνεσε η καρδιά σου
τον άντρα σου, τα νιάτα σου, τα άμοιρα παιδιά σου

Βρε μούλα πως εβάστηξες και πως βαστάς ακόμα
εσύ να ‘σαι στη φυλακή κι άντρας σου στο χώμα

Κι εσύ κακούργα πεθερά τους πήρες στο λαιμό σου
την κόρη σου, τον ανιψιό, την δούλα, τον γαμπρό σου

Καημένε Αθανασόπουλε τι σού ‘μελε να πάθεις
από γουρσούζα {κακούργα} πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις

Σαν το `μαθε η μανούλα του κλείνουν τα γόνατά της
και πέφτει κάτω αναίσθητη μες στην αυλόπορτά της.
Ωσάν το ψάρι σπαρταρά και σαστισμένη κράζει:
“Το γιο μου εσκοτώσανε, πω πω” κι αναστενάζει.
Φωνή, αντάρα, κλάματα, δάκρυα σαν ποτάμι
εγέμισαν τα στήθη της και τρέμει σαν καλάμι.

Μάνα γλυκιά μανούλα μου πάψε τα δάκρυά σου
και πάρε τα παιδάκια μου μέσα στην αγκαλιά σου

Αυτά θα έχεις για παιδιά μένα λησμόνησέ με
θα με σταυρώση η Παναγιά μάνα συγχώρησέ με

πηγές: ekriti – lifo.gr, lolanaenaallo.blogspot.gr

Advertisement