Advertisement

Τα “Κόκκινα Φανάρια” είναι μια ταινία σταθμός για τον ελληνικό κινηματογράφο. Γυρίστηκε το 1963, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη και σενάριο Αλέκου Γαλανού. Ήταν βασισμένη στο θεατρικό έργο «Το σπίτι με τα κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού και τον βασικό σκελετό του σεναρίου τον έγραψε ο Γεωργιάδης με τον Καμπανέλλη σ’ ένα ξενοδοχείο στο Ξυλόκαστρο καθ’ ομολογία του πρώτου.

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους είδαμε μερικά από τα ιερά τέρατα της 7ης τέχνης της χώρας μας: Τζένη Καρέζη, Γιώργος Φούντας, Μαίρη Χρονοπούλου, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μάνος Κατράκης και Φαίδων Γεωργίτσης.

Advertisement

Η υπόθεση της ταινίας διαδραματίζεται στο μπαρ της «Φρύνης» στην Τρούμπα -που το διεθύνει η πατρώνα Μαντάμ Παρί. Εκεί ζουν και εργάζονται πέντε γυναίκες, η καθεμιά με τη δική της προσωπική ιστορία. Η Ελένη, μια κοπέλα που μεγάλωσε στις όχθες του Δούναβη και σπούδασε γλυπτική στο Βουκουρέστι, αλλά ο πόλεμος την έφερε στην Ελλάδα. Η «πριγκιπέσσα», όπως την αποκαλούν, που συναντά κρυφά έναν νεαρό φοιτητή και είναι έρμαιο στα χέρια του Μιχαλήου, του αδυσώπητου πατρώνου της.

Η Μαίρη, που ερωτεύεται παράφορα ένα αγόρι, το οποίο μαζί της γνώρισε για πρώτη φορά τον έρωτα. Η Μαρίνα, που είναι παράφορα ερωτευμένη μ έναν σωματέμπορο, τον Ντόρη και εξαρτά όλη της την ύπαρξη απ αυτόν. Η Άννα, που κρατάει καλά φυλαγμένο το μεγάλο μυστικό της, την ύπαρξη ενός παιδιού, το οποίο εκείνη σπουδάζει κρυφά. Τέλος, η Μυρσίνη, μια νεόκοπη ιερόδουλη, η μόνη που βλέπει τις αλλαγές που έρχονται. Σε λίγο ο νόμος θα επιβάλλει το κλείσιμο των «σπιτιών» και ο δρόμος με τα κόκκινα φανάρια και τα καμπαρέ θ’ αδειάσει.


Η ταινία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και έκοψε  473.686 εισιτήρια. Μια ταινία αριστούργημα που κέρδισε και διεθνή αναγνώριση. To 1964 ήταν υποψήφια για βραβείο Όσκαρ, στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, το οποίο κέρδισε τελικά το   του Φελίνι.

Προτάθηκε να διαγωνιστεί και για τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών, όπου απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.

Τη μουσική έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος ενώ στην ταινία εμφανίζονται ο Γιώργος Ζαμπέτας αλλά και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Για ένα από τα τραγούδια της ταινίας, το θρυλικό πλέον “Άπονη Ζωή”, που συνέθεσε ο Σταύρος Ξαρχάκος και έντυσε με λόγια ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει περιγράψει την ιστορία του ο ίδιος ο στιχουργός στην εβδομαδιαία στήλη της εφημερίδας τα ΝΕΑ «οι εξομολογήσεις ενός τραγουδιού»:

Ημουν 23 χρόνων και μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό. Είχα υπηρετήσει στο 527 Τάγμα πεζικού στη Μεθώνη. Ηταν ένα τάγμα για «χαρακτηρισμένους» οπλίτες. Για φαντάρους δηλαδή, που εθεωρούντο «αριστεροί» και αντιμετωπίζονταν σαν «τυφεκιοφόροι του εχθρού», όπως θα έγραφε λίγο αργότερα ο Μάριος Χάκκας, ο καισαριανιώτης πεζογράφος, που χάθηκε τόσο πρόωρα.

Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και άλλα δύο τάγματα.

Το ένα ήταν το 525 με έδρα την Κατερίνη και το δεύτερο το 509 με έδρα τον Κολινδρό. Στον Κολινδρό, τα πράγματα ήταν πιο ζόρικα. Στο Πειθαρχείο, συχνά, έπεφτε και ξύλο. Σκληρή περίοδος, με τον Καραμανλή πρωθυπουργό. Ασκήσεις πολύωρες, εξαντλητικές, όλη τη μέρα και το βράδυ «μάθημα Πολιτικής Αγωγής».

«Ποιοι είναι οι εχθροί της Ελλάδος;». «Οι Ρώσοι, οι Βούλγαροι και οι κομμουνιστές, κυρ λοχαγέ».

Το ’58, λοιπόν, «καλός πολίτης», πλέον, έπρεπε να βρω δουλειά: ο πατέρας μου άνεργος, η μάνα στο σπίτι, ο μικρός μου αδελφός, άνεργος επίσης. Φτώχεια μεγάλη!

Και οργή συνάμα, για όσα είχα τραβήξει στον στρατό, ως «χαρακτηρισμένος», και για τη «σκοτεινιά» που έβλεπα μπροστά μου. Πού να δουλέψω; Τι να κάνω; Η ανεργία σερνόταν σαν ένα πελώριο φίδι, με χίλια κεφάλια, στη γειτονιά. Στην πλατεία Βικτωρίας. Σε όλη τη χώρα.

Θα μπορούσα, βέβαια, να συνεχίσω τις σπουδές μου στη Νομική – ήμουν στο τρίτο έτος. Αλλά το σπίτι χρειαζόταν ψωμί. Τέσσερα στόματα! Ο αδελφός μου κάτι προσπαθούσε να κάνει – εργάτης σε μια χημική βιομηχανία. Ο πατέρας μου, τσαγκάρης σε αποστρατεία, μπάλωνε κάνα παπούτσι, κάρφωνε κάνα τακούνι. Και η μάνα μου πήγαινε παραδουλεύτρα σε σπίτια.

Τότε ήρθε και με βρήκε ο Νίκος Αγας. Ψηλό παιδί, ξανθό, με τρέλα για τη δημοσιογραφία. «Θες να γίνεις δημοσιογράφος;» μου πρότεινε. «Φυσικά. Αλλά με τι προσόντα;». «Θα σε πάω σε μια αθλητική εφημερίδα, για να γράφεις ποδοσφαιρικούς αγώνες». «Λεφτά θα παίρνω;».

Στην αρχή, μόνο τα οδοιπορικά. Αλλά με τον καιρό,«κάτι θα γίνει. Και αν αποδειχτεί ότι έχεις και ταλέντο, σώθηκες!».

Πήγα στην αθλητική εφημερίδα. Αρχισα να γράφω διάφορα μικρομάτς – δέκα αράδες για το καθένα. Ταυτόχρονα, όμως, με το σιγοντάρισμα του Αγα, πούλαγα και μούρη. Διέδιδα ότι γράφω και ποιήματα. Και, πράγματι, σκάλιζα μερικά στιχάκια.

Ωσπου ήρθε η ώρα του Ξαρχάκου.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν φίλος μου. Δεκαεννιά χρόνων, τότε, είχε παρουσιάσει μερικά τραγούδια που άρεσαν πολύ. Ενα με την Πόλυ Πάνου, ένα με τη Βουγιουκλάκη, ένα με τη Γιοβάννα. Τον κάλεσαν, αμέσως, από το θέατρο «Πορεία», να γράψει μουσική και για το έργο του Αλέκου Γαλανού «Κόκκινα φανάρια». Και έσκισε!

Μου λέει μια μέρα: «Δεν γράφουμε κάνα τραγούδι και μαζί;». «Μα, πώς;». «Διάβασα μερικούς στίχους σου και τους βρήκα πολύ ενδιαφέροντες…». Κόντεψα να πάθω συγκοπή από τη χαρά μου! Αλλά δεν είχα ιδέα, για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Ο Ξαρχάκος, έμπειρος πια, μου έδειξε τα «κόλπα». Και μου έπαιξε και στο πιάνο μια μελωδία του. Ταράχτηκα! Η μελωδία ήταν υπέροχη!

Εβαλα στίχους στη μελωδία. Ο Ξαρχάκος έμεινε κατάπληκτος. Και όταν, ύστερα από λίγο καιρό, τον κάλεσε ο Βασίλης Γεωργιάδης να γράψει μουσική για την ταινία «Κόκκινα φανάρια», του έπαιξε την «Απονη ζωή». Εκλήθη και ο Μπιθικώτσης ν’ ακούσει το τραγούδι. Θρίαμβος!

Τι είχε η «Απονη ζωή»; Κατά τη γνώμη μου, εκτός από την εξαιρετική μουσική, είχε στίχους που τους ζητούσε η εποχή. Μου βγήκαν αβίαστα. Με την πρώτη. Γιατί ο κόσμος, που είχε περάσει τα ίδια βάσανα με μένα, ο φτωχόκοσμος της ανεργίας και των καραμανλικών διώξεων, είχε ανάγκη να πει τον πόνο του, αλλά όχι κλαψιάρικα. Με οργή. Και εγώ είχα συσσωρευμένη οργή μέσα μου. Και ένα παράπονο που δεν τελείωνε με τίποτα.

Με το που βγήκε το τραγούδι σε δίσκο και άρχισε να το παίζει το ραδιόφωνο, έγινε χαλασμός.

Το άκουγα σε όλες τις ταβέρνες, στις πρόχειρες «κομπανίες» των τυφλών στους δρόμους της Αθήνας, στις παρέες των νέων. Πολλοί νόμιζαν ότι το είχε γράψει ο Θεοδωράκης, γιατί έβρισκαν πως είναι στο κλίμα των τραγουδιών του. Ηταν, όμως, του Ξαρχάκου, που αμέσως χαρακτηρίσθηκε ως «ο τρίτος μεγάλος της ελληνικής μουσικής» και άρχισε να δέχεται αλλεπάλληλες προτάσεις για συνεργασίες σε νυκτερινά κέντρα, σε θέατρα και σε κινηματογράφους.

Εκείνη την εποχή, οι συνθέτες και οι τραγουδιστές υπέγραφαν συμβόλαια αποκλειστικής συνεργασίας με τις διάφορες εταιρείες δίσκων. Ο Λαμπρόπουλος, στον οποίο ανήκε η εταιρεία Κολούμπια, η πιο μεγάλη στον χώρο, είχε συμβόλαια με τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα, τον Μπιθικώτση, και έσπευσε να καπαρώσει και τον Ξαρχάκο. Υπέγραψε και ο Ξαρχάκος και η «Απονη ζωή» μεταδιδόταν συνεχώς από τις διαφημιστικές εκπομπές της εταιρείας. «Και τώρα, θ’ ακούσετε ένα καταπληκτικό τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση». Εγώ, πουθενά! Μεγάλη δισκογραφική αντίπαλος της Κολούμπια ήταν η Οντεόν, που είχε για βασικούς τραγουδιστές της τον Καζαντζίδη, τον Περπινιάδη και τον Πέτρο Αναγνωστάκη. Την εταιρεία την διηύθυνε ο Μίνως Μάτσας, αλλά το ζήτημα της επιλογής τραγουδιών το είχε αναθέσει στον γιο του, τον Μάκη. Ο ανταγωνισμός Κολούμπια και Οντεόν ήταν σκληρός.

Αλλά σε οικονομικό επίπεδο, πρωταγωνιστούσε η Κολούμπια. Με το που άκουσε ο Μάκης Μάτσας την «Απονη ζωή», έμεινε ξερός! Κάπου βρήκε το τηλέφωνό μου και μου τηλεφώνησε αμέσως. Με την ευκαιρία, κάρφωσε και τον Λαμπρόπουλο: «Δεν ντρέπονται στην Κολούμπια, να μην αναφέρουν το όνομά σου στις εκπομπές τους;». Δεν είπα τίποτα. Την άλλη μέρα, όμως, ο Μάτσας, έκανε την αντεπίθεσή του.

Εβαλε τον Λεοντή να ενορχηστρώσει με τη δική του αντίληψη την «Απονη ζωή» και ανέθεσε την ερμηνεία του τραγουδιού στον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα. Νέος θρίαμβος και σ’ αυτή την εκτέλεση! Και από κει και πέρα, άρχισαν όλα για μένα. Από τη μια μέρα στην άλλη, έγινα στιχουργός με όνομα!

Σε βαθμό που η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, με τα παράσημα από το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και το αναμφισβήτητο κύρος της, έσπευσε να δηλώσει:

«Αυτός ο νέος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, θα μας στείλει όλους στη σύνταξη!». Υπερβολές, βέβαια. Αλλά, τραγούδι, χωρίς υπερβολές, δεν γίνεται.


Advertisement