Μάνος Ελευθερίου: Οι φίλοι έρχονται και φεύγουν πάντα ξαφνικά

“Οι χαμένοι φίλοι έρχονται πάντα ξαφνικά…χτυπούν την πόρτα σου…μιαν άλλη πόρτα…δεν είναι το δικό σου σπίτι..εσύ δεν είχες…κι έχεις αλλάξει τόσα σπίτια που τώρα δεν ξέρεις ούτε κι εσύ πού μένεις…

…ξεκινάς…και πάντα στέκεις ανάμεσα σε δέκα σπίτια…και δεν θυμάσαι πού μένεις…

…αλλά … οι άλλοι που φορούν κατάσαρκα τη νύχτα… πώς σε βρίσκουν ; …

….βάζεις το κλειδί σε μιά πόρτα…δεν ανοίγει..κάνεις θόρυβο…την ανοίγουν οι νοικοκυραίοι..σε ρωτούν τί θέλεις…τίποτα δεν θέλεις…”και πώς με το κλειδί; ” σού λένε

“τί είναι αυτό ; θα φωνάξουμε την αστυνομία”

…πώς να εξηγήσεις ; …όταν επιτέλους βρεις το σπίτι σου θέλεις να ξαπλώσεις…κανείς εδώ δεν θα φωνάξει την αστυνομία..προς τί άλλωστε ; δεν την φώναξαν γιατί σε λυπήθηκαν…σε είδαν έτσι παραδαρμένο με μπογιές στο πρόσωπο δήθεν ντυμένο Άμλετ

“κάτι διαφημίζει αυτός” έτσι άκουσες…κι έτσι τη γλίτωσες …

….σταματημένα καράβια στη μέση τού πελάγου είναι οι φίλοι σου…σάπια καράβια…

….έρμαια τής βροχής και των κυμάτων.. κουβαλώντας βαλίτσες με άχρηστα ρούχα από ρόλους ανθρώπων που ποτέ δεν έπαιξαν… ή… έπαιξαν κι έφαγαν τα μούτρα τους… με τα παιδικά τους κοντά βελούδινα παντελονάκια-γιά γούρι-τυλιγμένα προσεκτικά.. αποκόμματα εφημερίδων.. χαρτιά τής αστυνομίας…αφίσες με το ερειπωμένο τους πρόσωπο επιχρωματισμένο… ξύλινα κουτιά που κρύβουν ψεύτικα βυζαντινά στέμματα..ζώνες..παραμάνες καρφίτσες βελόνες κουμπιά κόπιτσες κλωστές…και πολλά τσίγκινα κουτάκια με πούδρες και μπογιές για το πρόσωπο…περούκες..

…πομάδες…αρώματα…κι ακόμη τα σκηνικά μιάς μελλοντικής ευτυχίας σε ταλαιπωρημένα θεατρικά έργα….

….μιά γυναίκα…μόλις ανασαίνει η φωτογραφία της στο ρημαγμένο πορτοφόλι…

…διπλωμένη… σαν παλιά συνταγή για κάποιο φάρμακο… οι φίλοι σου… οι φίλοι σου είναι το εισιτήριο για να μπεις σε μια πόλη… να μπεις σ’ ένα θέατρο και σ’ ένα ιπποδρόμιο… μοιάζουν να χάνονται σιγά-σιγά όπως αν αφήσεις τη φωτογραφία πολύ καιρό στον ήλιο… αυτούς τους φίλους δεν θα τους ξαναβρείς… αν έρθουν θα κρατούν περγαμηνές και χρυσόβουλα… θα ‘ναι ντυμένοι με ιερατικά άμφια κεντημένα με διαμαντικά και θα σού αναγγείλουν την απέραντη μοναξιά που σε περιμένει όσο ζεις…σ’ αυτή… την άρρωστη
πόλη τού χαμού “…………..;

(….από το πρώτο μυθιστόρημα τού Μάνου Ελευθερίου ” Ο Καιρός Τών Χρυσανθέμων”….)

Από την σελίδα της

Μαρία Δούση