Κάθισε εδώ κοντά μου,
μου `λειψες ξαφνικά.
Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος
χτυπάει η μοναξιά…

Το “Για να σε συναντήσω” που ερμήνευσε με την μοναδική φωνή του ο Μανώλης Λιδάκης είναι ένα τραγούδι που κρύβει πίσω του μια περίεργη ιστορία. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τους στίχους έχει γράψει ο Τάσος Λειβαδίτης. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική.

Το τραγούδι έγραψε το 1996 ο Κώστας Λειβαδάς, δανειζόμενος όμως μια φράση του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη. Αυτό ήταν αρκετό να αποδοθεί λανθασμένα στον μεγάλο μας ποιητή.

Ο ίδιος ο Κώστας Λειβαδάς έχει πει στο ΒΗΜΑ:

«Το “Για να σε συναντήσω” με ακολουθεί μέχρι σήμερα, 17 χρόνια μετά την κυκλοφορία του και 22 χρόνια απ’ όταν το έγραψα, την άνοιξη του 1996, στο σπίτι της οδού Δημουλίτσα Πάργας , στου Γκύζη, τέρμα Λουκάρεως (εκεί γράφτηκαν πολλά τραγούδια, είτε ολόκληρα είτε σχέδιά τους που ολοκληρώθηκαν αργότερα.

Τραγούδια σαν το “Εγώ σ’ αγάπησα εδώ” που βρήκε την ολοκλήρωσή του στα Χανιά, είτε το “Σαν να ‘χε γίνει φονικό” που αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το σπίτι). Η στιγμή ήταν η εξής: λίγο πριν το ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα η Ροβέννα σηκώθηκε κρατώντας τα κλειδιά να φύγει για άλλη μια φορά μέσα στη μέρα σε μια διαδοχή αγοράς των βασικών για το σπίτι και σημειώσεων για τη σχολή της.

Εγώ όλη εκείνη την ώρα διάβαζα μια μεγάλη και πληρέστατη ανθολογία του Τάσου Λειβαδίτη, του οποίου την ποίηση είχα μάθει από μικρός μιας και όποτε τον βλέπαμε με τον πατέρα μου να διασχίζει την Πατησίων, στο ύψος του Μουσείου, ο πατέρας μου δεν έχανε ευκαιρία να μου μιλάει για αυτόν. Την ώρα λοιπόν που η Ροβέννα πήρε τα κλειδιά στο χέρι, της είπα όλο το πρώτο κουπλέ και της διάβασα τη φράση που έγινε ρεφρέν και ανήκει στον Τάσο Λειβαδίτη, από το ποίημά του “Συγχώρα με αγάπη μου”.

Άρχισε να τη συγκινεί πολύ και πράγματι άφησε και τα κλειδιά και τις δουλειές. Τέλος, της είπα το τρίτο κουπλέ για να σφραγίσω – με τις ευλογίες και την απολύτως καθοριστική βοήθεια του μεγάλου ποιητή μας – τον θρίαμβό μου να την κρατήσω σπίτι και ταυτόχρονα να βρω έναν τρόπο για να δείξω τα αισθήματά μου χωρίς πανικούς. Τα λόγια είναι δικά μου εκτός από το μυθικό ρεφρέν που ανήκει στον ποιητή και η οικογένειά του μου το παραχώρησε κατόπιν αιτήματος αδείας και της είμαι παντοτινά ευγνώμων.

Η στιγμή λοιπόν – που δεν ελέγχεται – και η διαύγειά μου εκείνο το απόγευμα με βοήθησαν να αποτυπώσω αυτό το δεκάλεπτο αληθινής ζωής και καθημερινών πράξεων σε 3 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα τραγουδιού, που άλλαξε τη ζωή μου και – όπως πάντα χαίρομαι να βλέπω – και πολλών ζευγαριών και των διαδρομών τους. Ευγνώμων και γι’ αυτό»

Οι στίχοι του τραγουδιού:

Κάθισε εδώ κοντά μου,
μου `λειψες ξαφνικά.
Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος
χτυπάει η μοναξιά.
Μείνε λιγάκι ακόμα,
κάτι έχω να σου πω,
να πάρει ο αέρας χρώμα.

Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
γι’ αυτό, για να σε συναντήσω.
Γι’ αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου,
γι’ αυτό, για να σε συναντήσω.

Δεν έχει αρχή και τέλος,
δεν έχει μέτρημα,
θάλασσα που κυλάει
αυτό το αίσθημα.
Στο πιο βαθύ σκοτάδι,
στη δυνατή βροχή
γιορτάζει η αγάπη,
γιορτάζει η αγάπη,
της νύχτας το σκοτάδι,
φωτίζει το φιλί.

Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
γι’ αυτό, για να σε συναντήσω.
Γι’ αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου,
γι’ αυτό, για να σε συναντήσω.

Το ποίημα του Κώστα Λειβαδίτη

Συγχώρα με, αγάπη μου 

Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου…
Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια
αν ολάκερη έχεις δοθεί…

Όλα μπορούσανε να γίνουνε
στον κόσμο αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες…

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου
αγαπημένη μου…

Μα και τι να πει κανείς…
Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός
και τα μάτια σου τόσο μεγάλα..
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου
έζησα όλη τη ζωή…

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα
και τότε όλα τα βράδια
κι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας…
Θάθελα να φωνάξω τ’ονομά σου,αγάπη,
μ’ όλη μου τη δύναμη…

Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο,
καμιά ελπίδα να μη πεθάνει…

Θε μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο
μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων
Συχώρα με, αγάπη μου,
που ζούσα πριν να σε γνωρίσω…

Μισώ τα μάτια μου,
που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου..
Θα σ’ ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει,
ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής
σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό,
που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ενα σπίτι που’ πιασε φωτιά,
α, για να γεννηθείς εσύ
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι αυτό έγινε ο κόσμος…

Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις,
κλείνεις έξω απ’ την πόρτα σου
έναν ολάκερο πικραμένο κόσμο..
Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον,
είμαστε κιόλας νεκροί…

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό
έξω απ’ την πόρτα σου,
εσύ θα ξέρεις,
πως πέθανε σφαγμένος
απ’ τα μαχαίρια του φιλιού,
που ονειρευότανε για σένα…

Ποδοπάτησε με,
να έχω τουλάχιστον την ευτυχία
να μ’αγγίζεις…