Η Μαρινέλλα είναι μια περίπτωση από μόνη της. Όταν ήταν μικρή ήθελε να γίνει ηθοποιός. Αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια. Το πρόγραμμά της όμως έμοιαζε με παράσταση. Η θεατρικότητα αγκάλιαζε κάθε νότα και κίνησή της. Ο μαγνητισμός της παραμένει μυστήριο ακόμα και σήμερα.

Αγάπησε και αγαπήθηκε με όρους λατρείας. Μετέτρεψε τις προκλήσεις σε επιτυχίες. Τραγούδησε παντού. Κάθε δεκαετία της είναι χρυσή, όπως και οι δίσκοι της.

Με τα τραγούδια της άνοιξε ένα παράθυρο σ’ ένα νέο κόσμο, σφραγίζοντας μια εποχή που διψούσε για αυθεντικότητα. Η δημοσιότητα δεν της άλλαξε τα μυαλά.

Η πίστη της στο Θεό, η οικογένεια, οι φίλοι και ο λαχανόκηπος της της δίνουν την απαραίτητη ισορροπία στο μονοπάτι της αυτογνωσίας.

Γνωρίζει που τελειώνει η σκηνή και που αρχίζει η ζωή. Δεν είναι τυχαίο που για αρκετά χρόνια δεν έλεγε ότι είναι τραγουδίστρια στη μονάκριβή κόρη της, Τζωρτίνα, για να μην επηρεάσει τη ζωή της στο σχολείο.

Ξέρουμε πως για να παραμείνεις στην πρώτη γραμμή χρειάζονται θυσίες. Η Μαρινέλλα ανέτρεψε και αυτόν το μύθο. Δεν έκανε καμία θυσία. Χρειάστηκε απλώς να ακολουθήσει την καρδιά της. Ήταν μπροστά από την εποχή της και το ήξερε. Δεν φοβήθηκε να χαράξει το δρόμο της. Δεν είχε ποτέ πλάτες, ούτε καταδέχτηκε να μπει σε κυκλώματα. Το οξυγόνο της ήταν η σκηνή.

Η καταγωγή της είναι από την Κωνσταντινούπολη. Η οικογένειά της ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας της, Γιώργος Παπαδόπουλος, είχε φούρνο στο κέντρο της πόλης. Η μικρή Κυριακή -αυτό είναι το πραγματικό της όνομα – ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί τους. Οι γονείς της δεν ήξεραν τι να κάνουν μαζί της, γιατί όλη την ώρα τραγουδούσε. Πρώτα τραγούδησε και μετά είπε “μαμά”. Στην κυριολεξία. Από τεσσάρων χρονών πήγαινε στην “Παιδική Ώρα” στο ραδιόφωνο. Στα δώδεκα της έκανε διαφημιστικά και έβγαζε το χαρτζιλίκι της. Διαφήμιζε τα καταστήματα “Μέλκα” στη Θεσσαλονίκη.

Η κοντράλτο χροιά της την έκανε περιζήτητη. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Χόρευε και τραγουδούσε οπουδήποτε βρισκόταν. Δεν περπάτησε ποτέ. Πάντα έτρεχε. Το πολύ πολύ να κλωτσούσε κάποια πέτρα στο δρόμο. Τη φώναζαν “στυπόχαρτο”. Δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσει τραγούδι και να μην το μάθει αμέσως. Στα δεκαεπτά της ήταν πια έτοιμη. Με τον παιδικό θίασο όργωναν κάθε Κυριακή όλα τα κοντινά θέατρα. Θεσσαλονίκη, Βέροια, Νάουσα. Γρήγορα τράβηξε το ενδιαφέρον του συνθέτη Τόλη Χαρμαντά που την πήρε στο συγκρότημά του για να πει κάποια τραγούδια στο “Πανόραμα” όπου εμφανιζόταν στην περιοχή της Νέας Ελβετίας πίσω από το γήπεδο του Άρη.

Ωστόσο η υποκριτική φάνηκε προς στιγμή να την κερδίζει. Από τις αρχές του 1957, σε ηλικία 19 ετών, εμφανιζόταν στο θέατρο Χατζώκου στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης. Τα έργα τους ήταν επιθεωρήσεις. Ένα μήνα έμειναν στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια για εφτά μήνες ταξίδεψαν σε όλη την Ελλάδα. Η Μαρινέλλα έπαιζε όλους τους ρόλους. Το μόνο που της έλειπε ήταν μια καλή ευκαιρία. Ταλέντο υπήρχε. Και μάλιστα πολύ. Το Μάιο του ίδιου χρόνου στη Χαλκίδα αρρώστησε η τραγουδίστρια της παράστασης. Η επικεφαλής του θιάσου, η Μαίρη Λωράνς, της πρότεινε να πει δύο τραγούδια. Είπε τη “Μαλαγκένια” και τον “Άνθρωπό μου” της Σοφίας Βέμπο που τη θαύμαζε πολύ. Κέρδισε όλο το χειροκρότημα. Αυτό ήταν. Από εκείνη τη στιγμή στράφηκε στο τραγούδι. Ως “Μαρινέλλα” πλέον – όπως τη “βάπτισε” ο Τόλης Χαρμαντάς εμπνευσμένος από το ομώνυμο τραγούδι του. Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μόνο τραγουδούσε. Ήταν και η αμοιβή της πιο μεγάλη.

Από τότε έχει κυκλοφορήσει 66 προσωπικά άλμπουμ. Τα περισσότερα από αυτά γνώρισαν τεράστια εμπορική επιτυχία.

Για πολλούς το κορυφαίο τραγούδι της είναι το “Καμιά Φορά”..Στιχουργός ο Μιχάλης Μπουρμπούλης και συνθέτης ο Γιώργος Χατζηνάσιος. 

Ο στιχουργός του, Μιχάλης Μπουρμπούλης, μιλάει για το υπέροχο και τόσο αληθινό νόημα των στίχων του…

“Ακούγεται μέχρι σήμερα. «Λέω ν’ αλλάξω ουρανό / μα δεν υπάρχουν δρόμοι». Αυτό ολόκληρο είναι ένα παράλογο σχήμα, αλλά είναι συμβολικό. Ήμουνα συνεχώς βυθισμένος μέσα στην παγκόσμια ποίηση κι έβλεπα ότι τα νοήματα είναι πίσω από τις λέξεις. Αλλά ποιός θα πει τι λέξεις; Ποιος θα τις γράψει είναι άλλη δουλειά. Αν δεν κάνει; Και μετά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όταν συνεργάζεσαι μ’ έναν άνθρωπο με το έξυπνο και διαβολικό μυαλό του Χατζηνάσιου, πρέπει να ξέρεις που πας. Πρέπει να ξέρεις ποιον θα συναντήσεις και ποιον ιδίως θα συναντήσετε μετά, δηλαδή τον τραγουδιστή. Αυτό το ‘χα πετύχει. Λέω, λοιπόν, «καμιά φορά / λέω ν’ αλλάξω ουρανό / μα δεν υπάρχουν δρόμοι». Δεν έχω τη δύναμη. Αγαπάω ακόμα. Το επιστέγασμα του ελληνικού έρωτα είναι ο ουρανός. Είναι η πιο πολυσύχναστη λέξη στο ελληνικό τραγούδι. Και το «σ’ αγαπώ». Οι λαοί πάντοτε είναι αδύναμοι και η μόνη διαφυγή είναι δίδρομος. Ο θάνατος κάτω είναι ο ένας δρόμος και ο άλλος της φαντασίας ο ουρανός. Γι’ αυτό και οι έξυπνοι ηγέτες, αρχοκατσικοκλέφτες που έκαναν τους χριστιανούς, δημιούργησαν στον άνθρωπο τον φόβο και την ενοχή. Κι έτσι είχαν οπαδούς. Έσφαζαν κυριολεκτικά ανθρώπους και γκρέμιζαν αρχαίους ναούς. Το μάρμαρο δεν λιώνει. Καταλαβαίνεις; Πού είναι τα αγάλματα; Ευνουχισμένα και χωρίς κεφάλι. Το «Καμιά Φορά» είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να διαφύγει μέσα από μία κατεστημένη κατάσταση που δεν ελέγχει, ερωτική έστω. Εγώ δεν πιστεύω στον έρωτα. Δεν έχω ερωτευτεί ποτέ στη ζωή μου. Ποτέ! Σχέσεις με κορίτσια πρέπει να έχεις για να μη γίνεις ευνούχος ή για να μη γίνεις τίποτε άλλο σε ένα μικρό νησί. Όμως είπα ότι θα χτίσω την αγάπη. Και είμαι 37 χρόνια με τη γυναίκα μου, με την ίδια γλύκα. Χτίζεις αγάπη. Είναι από την Αλεξάνδρεια κι έχει άλλη ευαισθησία. Ο πατέρας της, όμως, ήταν Κεφαλλονίτης. Και στην Κεφαλονιά, στον Αγκώνα, υπάρχει περιοχή που τη λένε Καλαβιτέικα.”

Το τραγούδι όμως που σιγοτραγουδήσαμε λίγο πολύ όλοι μας είναι το”Να μη χαθείς ποτέ από τη ζωή μου”. Τι να σχολιάσεις για αυτό τον ύμνο στην αγάπη και τον έρωτα; Τα λένε όλα οι στίχοι του..

Περνούν τα καλοκαίρια κι οι γιορτές μας,
όλα σαν τρένα βιαστικά και δεν ξαναγυρνούν.

Περνούν τα πρωινά κι οι Κυριακές μας,
όλα σαν σύννεφα γοργά και δεν ξαναγυρνούν.

Μα εσύ ποτέ, να μη χαθείς ποτέ, ποτέ απ’ τη ζωή μου
γιατί κυλάς όπως το αίμα στο κορμί μου.
Μου δίνεις δύναμη και νόημα να ζω.

Μα εσύ ποτέ, να μη χαθείς ποτέ, ποτέ απ’ τη ζωή μου
γιατί κυλάς όπως το αίμα στο κορμί μου.
Μου δίνεις δύναμη και νόημα να ζω, εσύ, εσύ..

Περνούν, χάνονται οι όμορφες στιγμές μας,
όλα σαν τρένα βιαστικά και δεν ξαναγυρνούν.
Περνούν, οι μέρες τρέχουν κι οι βραδιές μας,
όλα σαν σύννεφα γοργά και δεν ξαναγυρνούν.

Μα εσύ ποτέ, να μη χαθείς ποτέ, ποτέ απ’ τη ζωή μου
γιατί κυλάς όπως το αίμα στο κορμί μου.
Μου δίνεις δύναμη και νόημα να ζω.

Μα εσύ ποτέ, να μη χαθείς ποτέ, ποτέ απ’ τη ζωή μου
γιατί κυλάς όπως το αίμα στο κορμί μου.
Μου δίνεις δύναμη και νόημα να ζω, εσύ, εσύ…

Πληροφορίες: ellinikoskinimatografos – klik