Μενέλαος Λουντέμης: Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι

Γεννήθηκε το 1912 ή το 1906 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία όπου εργαζόταν εκεί τα νεανικά του χρόνια.

Μενέλαος Λουντέμης: Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι

Στην Ελλάδα ήρθε με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια αλλά οι γονείς του έχασαν τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό. Εργάστηκε από μικρός ως λούστρος, λαντζέρης και βοσκός, ενώ για μεγάλα διαστήματα έμενε άνεργος. Πολλοί τον χαρακτήρισαν και ως τον Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας.

Ο Λουντέμης υπήρξε πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης. Στα γράμματα εμφανίζεται το 1934 με τη δημοσίευση του διηγήματός του “Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια” στο περιοδικό Νέα Εστία. Το 1938 εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων “Τα πλοία δεν άραξαν” και τιμάται με το Α’ Κρατικό Βραβείο πεζογραφίας.

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, στη Μακρόνησο και τον Αη- Στράτη, μαζί με τον Ρίτσο, τον Θεοδωράκη, τον Κατράκη.

Οι Τάσος Λειβαδίτης, Μάνος Κατράκης, Τζαβαλάς Καρούσος, Γιάννης Ιμβριώτης, Μενέλαος Λουντέμης, Δημήτρης Φωτιάδης, Νίκος Παπαπερικλής και άλλοι εξόριστοι στη Μακρόνησο, 1949 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη)

Στο έργο του Οδός Αβύσσου Αριθμός 0, ο Λουντέμης κάνει μια κατάθεση ζωής. Καταθέτει στον Ελληνικό Λαό την φρικαλεότητα της Μακρονήσου, τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας. Το 1956 μεταφέρεται από την εξορία στην Αθήνα για να δικαστεί για το βιβλίο “Βουρκωμένες Μέρες”, καθώς σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο αναφέρονται “…προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας” και “προπαγανδίζει τας πολιτικάς ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους , κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στην Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος”.

Μενέλαος Λουντέμης: Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι

Στη δίκη ο Λουντέμης δέχεται παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως “αν νιώθεις πράγματι στοργή για το παιδί σου και την γυναίκα σου, θα’πρεπε να έχεις κάνει δήλωση αποκήρυξης από το ΚΚΕ” ενώ εκείνος του απάντησε ότι ” χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα 4 πόδια 2. Δεν θα τα κάνω πάλι 4 εγώ! Μετά την δίκη και την απαγόρευση των βιβλίων του, του αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια και φιλοξενείται στη Ρουμανία και σε πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Το 1976 ο Λουντέμης επιστρέφει στην Ελλάδα, τον οποίο και υποδέχεται πλήθος κόσμου.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Γενάρη του 1977, σαν σήμερα, ο Μενέλαος Λουντέμης πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στο αυτοκίνητό του.

Στο πέρασμά του αφήνει μια τεράστια πνευματική κληρονομιά η οποία μετρά πάνω από 40 τόμους βιβλίων. Ένας λογοτέχνης του οποίου σκοπός στα βιβλία του αποτελούσε η καταγραφή της πραγματικότητας και η ανάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Κάποιοι θεώρησαν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ’ένα κόσμο που δεν υπάρχει.

Όμως για εμάς είναι πρόγονος της δικής μας οικογένειας, δικός μας φίλος και σύντροφος, αν θέλουμε να τα βάλουμε στα σοβαρά με την εξουσία, που δεν έχει μόνο τα μνημόνια, έχει και την τέχνη και τον έρωτα για να υποτάσσει, να ελέγχει, να επιβάλλεται. Ο Λουντέμης, έγραφε όπως ανάσαινε, δεν σταματούσε ποτέ. Ο Ρίτσος πάλι σε ποίημα του αφιερωμένο στο Λουντέμη γράφει πως:

“Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται από τον ήλιο της καρδιάς του και φωτίζει”.

Ο συγγραφέας που μετρούσε τα άστρα από την εξορία. Ο συγγραφέας που έκλεισε στο έργο του τη δίψα και τους αγώνες του λαού μας για Ελευθερία. Ο συγγραφέας που με τα γραφόμενα και τις πράξεις του άγγιξε και αγγίζει ολόκληρες γενιές ανθρώπων.

“Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει…τρέχει ασυλλόγιστα στους γκρεμούς που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις “όχι” στην αγάπη είναι σα να κατσουφιάζεις μπροστά σ’ ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν’ανοίξει. Σα να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο”.

Απόσπασμα από το βιβλίο “Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους”