Νίκος Καζαντζάκης: Ε, κακομοίρη άνθρωπε, Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις

Σπάνια, και στα καλά τα χρόνια ακόμα, ακούγουνταν στο χωριό ετούτο γέλιο· ενάντια στη φύση τους φάνταζε, ξετσιπωσιά μεγάλη· οι γέροι στρέφουνταν, μάζευαν τα φρύδια, και το γέλιο κόβουνταν. Κι όταν έφταναν οι τρανές γιορτάδες, τα Χριστούγεννα, οι Απόκριες, η Λαμπρή, κι έτρωγαν οι κακόμοιροι οι άνθρωποι λίγο πιο πολύ, έπιναν λίγο πιο πολύ, και σήκωναν τον άχαρο λαιμό να τραγουδήσουν, το μοιρολόι ήταν εκείνο, μονόκορδο, σπαραχτικό, που το ‘παιρνε το ένα στόμα και το περνούσε στο άλλο και το τερέριζε θρηνητικά και δεν είχε τελειωμό! Τι παμπάλαιες τρομάρες και σφαγές και σκλαβιές και πείνα αιώνια!

Νίκος Καζαντζάκης: Ε, κακομοίρη άνθρωπε, Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις
Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε τις «Αδερφοφάδες» το 1949 και αποτελεί το επιθανάτιο μυθιστόρημα του μεγάλου μας συγγραφέα.

Θέμα του η αδελφοκτόνος σύγκρουση του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου, μέσα από τα μάτια του παπά ενός φανταστικού χωριού της ελληνικής επαρχίας. Τα μίση, οι συγκρούσεις, το χυμένο αίμα, οι δύο πλευρές, η συνυπευθυνότητα, τα προσωπικά δράματα είναι μόνο η αρχή και αποτελούν το φόντο της ιστορίας. Ο παπά Γιάνναρος, θα ζητήσει την βοήθεια του Θεού για να μπορέσει να σώσει το χωριό του με την ελπίδα να σωθεί η χώρα. Αλλά ο Θεός του επιφυλάσει μια έκπληξη.

Ο Θεός του Καζαντζάκη στους αδρεφοφάδες είναι ένας Θεός που έχει δικό του κώδικα επικοινωνίας, δικά του πάθη, αγαπάει, προστατεύει αλλά θέτει και όρια και όρους.

«Οι αδερφοδάφες» είναι ένα πολυεπίπεδο έργο. Ένα βιβλίο που μπορεί να αφυπνίσει αλλά μπορεί και να διαβαστεί αποστασιοποιημένα ως ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό έργο, άρτιο σε ότι αφορά την τέχνη του λόγου και της γραφής, της εξέλιξης της πλοκής και του μυθιστορήματος.

Ένα βιβλίο με φιλοσοφικά διλήμματα και διαλόγους οικουμενικούς και διαχρονικούς: «-Τι βλέπεις παππού; -Τη ζωή μου που τρέχει και χάνεται». Με τον παπα-Γιάνναρο σύμβολο να προσδοκά και να πιστεύει στον δικό του Θεό: που κατεβαίνει από τον θρόνο και αγωνίζεται στα κατσάβραχα, που πεινάει κι αδικείται και κάθε μέρα σταυρώνεται.

Το αποτέλεσμα, ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα με τα διλήμματα και τους εμφύλιους σπαραγμούς που δεν τελειώνουν ποτέ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Με την καρδιά του ανθρώπου να εμπεριέχει το σύμπαν, Κόλαση και Παράδεισο αλλά και τον ίδιο τον Θεό. Με την αιώνια κραυγή του «Χριστέ μου, Χριστέ μου, πάλι σε σταυρώνουν οι ανθρώποι».

Σας παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο

Ποιος μπορεί να τα βάλει με το σεισμό, με τη φωτιά, με τα νιάτα;

Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιες, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό ‘ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις! Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!

Ο Χριστός δεν κάθεται από τα σύννεφα, σε θρόνο, όχι. Παλεύει απάνω στα χώματα, πονάει κι αυτός, αδικιέται κι αυτός και πεινάει και σταυρώνεται μαζί μας.

Ακριβή πραμάτεια η λευτεριά.

Θέλει, λέει, να ’ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!

Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες. Φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες!

Ε, κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις. Το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ’ναι πια πολύ αργά.

Όσο υπάρχουν παιδιά που πεινούν, Θεός δεν υπάρχει!

Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό ’ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις! Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!

Πήρε τη μαγκούρα του, πετάχτηκε έξω. Γλυκιά η νύχτα, ήσυχη, όπως όλες οι νύχτες που έρχουνται ύστερα από τους πολέμους και τις σφαγές των ανθρώπων. Τ’ άστρα είχαν χαμηλώσει απόψε, έτσι φάνηκε του παπα-Γιάνναρου, κρέμουνταν σαν καντήλια στο μαύρον αέρα του Θεού. «Ας είναι καλά ο ύπνος», συλλογίστηκε ο παπα-Γιάνναρος, «μας φέρνει ό,τι ο ξύπνος μας αρνιέται.» Στην καρδιά του παπα-Γιάνναρου ξαφνικά γλυκό αγεράκι είχε φυσήξει, το μέλι του ονείρου στάλαζε ακόμα στο σπλάχνο του. Να ‘ταν, λέει, αλήθεια αυτό που νειρεύτηκε, να ‘ταν, λέει, τέτοια η Δευτέρα Παρουσία! Έλεος, έλεος, όχι δικαιοσύνη! Δεν αντέχει ο κακομοίρης ο άνθρωπος στη δικαιοσύνη· αδύναμος είναι, καλή πολύ και νόστιμη του φαίνεται η αμαρτία, κι οι εντολές του Θεού βαριές· καλή ‘ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους· ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος…

Μπήκε στο περιαύλι της εκκλησίας, σα να του φάνηκε πως από κει είχε ακουστεί το αγκομαχητό του ανθρώπου. Δρασκέλισε παλιούς τάφους, εδώ, στο περιαύλι, θάβουνταν, από παλιά συνήθεια, οι παπάδες του χωριού. Εδώ είχε σκάψει κι αυτός, με τα χέρια του τον τάφο, πελέκησε ταφόπετρα και χάραξε απάνω της με κεφαλαία γράμματα, βαμμένα με κόκκινη μπογιά, τούτα τα λόγια: ΘΑΝΑΤΕ, ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΟΥΜΑΙ! Στάθηκε μια στιγμή πάνω από τον τάφο του ο παπα-Γιάνναρος, χαρούμενος. «Θάνατε, δε σε φοβούμαι!» μουρμούρισε, κι ένιωσε απότομα μέσα στο νου του πως είναι λεύτερος. Τί θα πει λεύτερος; Αυτός που δε φοβάται το θάνατο. Χάδεψε ο παπα-Γιάνναρος τα γένια του ευχαριστημένος. «Θεέ μου», συλλογίστηκε, «υπάρχει μεγαλύτερη χαρά στον κόσμο, να μη φοβάσαι το θάνατο; Όχι, δεν υπάρχει.» […]

— Φοβάσαι το θάνατο, παπα-Γιάνναρε;
Ο παπα-Γιάνναρος χαμογέλασε.
— Όχι, είπε.
— Το λοιπόν;
Ο παπα-Γιάνναρος δεν αποκρίθηκε· ήθελε να πει τον φοβόταν το θάνατο, δεν τον ήθελε, μα όταν έπαιρνε τους νέους απάνω στον ανθό τους και δεν τους έδινε καιρό να δέσουν, να κάμουν καρπό· μα δε μίλησε.
— Κι εγώ μια φορά τον φοβόμουν, γέροντα· όταν ήμουν πιο νέος. Μα ένας άγιος ασκητής μου ‘πε μια μέρα ένα λόγο, κι από τότε πια φίλιωσα με το θάνατο.
— Ποιό λόγο; Θέλω κι εγώ να τον ακούσω.
— «Το σημείο, όπου ο Θεός αγγίζει τον άνθρωπο, λέγεται θάνατος», να, αυτό μου ‘πε.