Advertisement

Ο Παναγιώτης Σπύρου, ένας από τους πιο διακεκριμένους Έλληνες καρδιοχειρουργούς, έδωσε πολλές μάχες με τον… χάρο και τις κέρδισε.

Ο Παναγιώτης Σπύρου είχε γεννηθεί το 1936 σε ένα χωριό έξω από τη Φλώρινα και σπούδασε Ιατρική στη Θεσσαλονίκη που έγινε η δεύτερη πατρίδα του. Έφυγε για μεταπτυχιακά στις ΗΠΑ, όπου έμαθε τα πάντα για τη χειρουργική θώρακος, για να επιστρέψει το 1983, σε ηλικία 47 ετών και να γίνει μια από τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες της πόλης. Οσο λατρεύτηκε ως «λαϊκός» γιατρός που έκανε θαύματα τόσο λοιδορήθηκε για τις πολιτικές του απόψεις, τον απότομο χαρακτήρα του και το εικαζόμενο σκάνδαλο για φακελάκια, για το οποίο αθωώθηκε.

Advertisement

Ηταν ο καρδιοχειρουργός με τα χρυσά χέρια, ο άνθρωπος που άνοιξε τον δρόμο των μεταμοσχεύσεων καρδιάς στην Ελλάδα, δημιουργώντας το 1983 την πρώτη σχετική μονάδα στο Νοσοκομείο Γ. Παπανικολάου στη Θεσσαλονίκη.Κάθε εγχείρισή του ή μεταμόσχευση γινόταν πρώτο θέμα στις εφημερίδες και ο ίδιος είχε χτίσει ένα μυθικό προφίλ.

Σε μικρό χρονικό διάστημα η φήμη του καρδιοχειρουργικού κέντρου του Γ. Παπανικολάου θα έφτανε παντού στην Ελλάδα, αφού έγινε κέντρο για όλων των ειδών τις μεταμοσχεύσεις. Εδώ έγινε άλλωστε η πρώτη εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, η πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς στη Θεσσαλονίκη, η πρώτη τοποθέτηση της πρώτης μηχανικής καρδιάς στην Ελλάδα.

Πέθανε σε ηλικία 76 ετών. Ο θάνατος της 26χρονης κόρης του Σοφίας τον έσπρωξε στον παραλογισμό της μοίρας και τον οδήγησε έξω από την ιατρική και τη ζωή.

Η παρακάτω μαρτυρία δίνει μια μικρή μόνο γεύση για το πάθος που είχε προκειμένου να σώσει τους ασθενείς του και αποτελεί τον ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν σπουδαίο Έλληνα γιατρό.

Η μαρτυρία για τον γιατρό Παναγιώτη Σπύρου

«Έφτασα κατά τις 07.00 το πρωί στο Χειρουργείο…ο Διευθυντής ήταν ήδη εκεί.. Κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και όλα έδειχναν ότι δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό»

Μιλούσε στο τηλέφωνο και φώναζε να έρθουν στο γραφείο του αναισθησιολόγοι, καρδιοχειρουργοί, αγγειοχειρουργοί, παιδοχειρουργοί και όποια ειδικότητα θα μπορούσε να βοηθήσει στο χειρουργείο που θα έκανε.

Εγώ φοιτήτρια, χωμένη σε μια άκρη να μην πολυφαίνομαι και το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν πως θα κατάφερνα να μπω στο χειρουργείο του, να δω τον θρύλο να ζωγραφίζει. Να αρπάξουν τα μάτια και τα αυτιά μου όσα περισσότερα μπορούσαν από τον Δάσκαλο. Ακόμη και σ’ αυτό όσο και μακριά από αυτόν κι αν ήμουν.

Εγώ έπαιζα με τις σκέψεις και αυτός είχε μαζέψει περίπου 20 γιατρούς και σαν στρατηγός ζωγράφιζε ανατομικά στοιχεία σε κόλλες Α4 και αφού χώρισε χειρουργούς και νοσηλευτές σε ομάδες, άρχισε να εξηγεί ποια ομάδα θα μπει πότε. Που και με ποιόν τρόπο στο μικρό σωματάκι του Σταύρου…

Ο Σταύρος λοιπόν 12 ετών.

Την προηγούμενη το απόγευμα έπαιζε με τους φίλους του σε ένα γιαπί κάπου στην Λάρισα και για κακή του τύχη έπεσε και διαπέρασε το σώμα του από καρωτίδα μέχρι αορτή ένας αιχμηρότατος σωλήνας.

Δεν θέλω να αναφερθώ σε άλλες περιγραφές της βλάβης και του τραύματος.

Άρχισε η μεγάλη περιπέτεια του.

Από νοσοκομείο σε νοσοκομείο.

Λάρισα, Κατερίνη, ΑΧΕΠΑ.

Μέχρι που σχεδόν με τις τελευταίες του αναπνοές τον έφεραν μέσα στην νύχτα στο Παπανικολάου.

Γιατί απλά, αν δεν μπορούσε να τον σώσει ο Σπύρου τότε δεν μπορούσε Κανείς.

Κι αυτή ήταν η αλήθεια.

Ο Διευθυντής λοιπόν χωρίς άλλη σκέψη έφτασε κι αυτός μέσα στην νύχτα για να κάνει αυτό που του έλεγε η συνείδηση του.
Το χειρουργείο του Σταύρου κράτησε πάνω από 20 ώρες.

Η προσπάθειά Υπεράνθρωπη απ’ όλους….

Το παιδί «έφυγε» 3 φορές και το επανάφεραν άλλες τόσες.

Ο Σπύρου με αλλοιωμένο από θυμό πρόσωπο αλλά απόλυτα συγκροτημένος φώναζε και έβριζε μέσα στο χειρουργείο «Όχι ρε χάρε, δεν θα το πάρεις το παιδί».

Η μάχη του γιατρού Παναγιώτη Σπύρου με τον χάρο

Τον είχε απέναντί του.

Τον έβριζε και τον έφτυνε μέσα στα μούτρα.

Και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ήχοι από τα μηχανήματα και οι φωνές του Σπύρου.

Δεν σκέφτηκε κανένας μας να φύγει, ακόμη κι αν είχε τελειώσει το ωράριό μας. Όλοι εκεί, δίπλα του.

Μέχρι το τέλος.

Ξημερώματα πια, κατάκοποι όλοι μας μόλις τέλειωσε το χειρουργείο, πήγαμε στα αποδυτήρια να βγάλουμε στολές.

Να βάλουμε τα πολιτικά μας ρούχα και να φύγουμε.

Κανείς δεν έφευγε.

Όλοι περίμεναν τον διευθυντή να ντυθεί και να βγούμε όλοι μαζί. Δίπλα του.

Αυτό που ακολούθησε ήταν από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω ζήσει.

Όλος ο όροφος ήταν γεμάτος κόσμο, ασθενείς, συνοδοί, κάμερες, άσχετοι άνθρωποι.

Και ξαφνικά, σηκώνεται μια νέα γυναίκα όρθια, με πρόσωπο πρησμένο από το κλάμα.

Δεν είπε τίποτα, μας πλησίασε, πήγε δίπλα στον διευθυντή, δεν του μίλησε.

Η σιωπή αυτή ήταν σαν μαχαίρι.

Έπεσε στα γόνατα και άρχισε να φιλάει τα πόδια του Παναγιώτη Σπύρου.

Όχι τα χέρια, του φιλούσε τα πόδια και το μόνο που μπορούσε να ψελλίσει ήταν ένα επαναλαμβανόμενο «ευχαριστώ, σε ευχαριστώ».

Ο Σταύρος είχε ζήσει χάρη στην υπεράνθρωπη προσπάθεια του διευθυντή και είχε και μια άριστη μετεγχειρητική πορεία.

Εύχομαι και σήμερα να είναι ένα υγιές και δυνατό παλικάρι.

Και εύχομαι να μη ξεχάσει ποτέ το δώρο της ζωής που του έκανε ο Παναγιώτης Σπύρου.

Υποκλίνομαι».

ΥΓ: Γιατρέ, θα ΖΕΙΣ για πάντα μέσα στα όνειρα μας και θα αποτελείς το κίνητρο για την εξέλιξη μας. Μακάρι να είχα την τύχη να σε γνώριζα. ((Via: Faye Liaretidou – Μαρία Ρούμελη, George Fountoulis)

Advertisement