Δυναμική, μποέμισα, αληθινή, αθυρόστομη, αντισυμβατική προσωπικότητα, εθισμένη στον τζόγο, οπαδός της ΑΕΚ και μία από τις κορυφαίες τραγουδίστριες του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού.

Γνώρισε από νωρίς την απόρριψη και τη σωματική βία, έχασε ένα παιδί, έζησε πολέμους και κακουχίες, υπέστη διάφορες κρίσεις με προβλήματα αλκοολισμού και κατάθλιψης.

Ωστόσο, στάθηκε στα πόδια της, πάλεψε και κατάφερε να γίνει αυτό που επιθυμούσε από παιδί.

Την ανακάλυψε σε μια ταβέρνα των Εξαρχείων ο θεατρικός συγγραφέας, Κίμων Καπετανάκης και τη σύστησε στο φίλο του, Βασίλη Τσιτσάνη.

Ο «βασιλιάς» του ρεμπέτικου ενθουσιάστηκε από τη φωνή της και της πρότεινε να μπουν μαζί στο στούντιο.

Η επιτυχία των πρώτων της ηχογραφήσεων με τον Τσιτσάνη («Συννεφιασμένη Κυριακή», «Τα Καβουράκια», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή») την καθιέρωσε ως λαϊκή τραγουδίστρια, ενώ τα χρόνια 1948 – 1955 ήταν περιζήτητη ανάμεσα στους κορυφαίους συνθέτες.

Η καριέρα της γνώρισε μία κάμψη στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας ’60. Από το 1966, όμως, κέρδισε ξανά τη θέση της κορυφαίας ερμηνεύτριας του είδους, προχωρώντας σε πρωτοποριακές συνεργασίες με σύγχρονους έντεχνους συνθέτες.

Ένας από αυτούς ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος με ένα τραγούδι που σε συγκλονίζει κάθε φορά που το ακούς. Ένα τραγούδι που σε ταξιδεύει στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, της ανθρώπινης μοναξιάς. Είναι σαν η Μπέλλου να γεννήθηκε για να κάνει την πρώτη φωνή σε αυτό το τραγούδι, στην δεύτερή του δισκογραφική εκτέλεση.

Πρόκειται για το «Ζεϊμπέκικο» που δισκογραφήθηκε αρχικά από τον Διονύση Σαββόπουλο στο δίσκο «Βρώμικο Ψωμί» το 1972. Αργότερα, το 1975 το ηχογράφησε ξανά μαζί με την Σωτηρία Μπέλλου στο δίσκο «10 χρόνια κομμάτια».

Όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Σωτηρία Μπέλλου βγήκαν από το studio, αφού ολοκλήρωσαν την ηχογράφηση του τραγουδιού, ακούστηκε η Μπέλλου να λέει στον Σαββόπουλο:

“Αχ Διονύση, με έκανες και τραγουδάω ποπ!”

Δείτε το βίντεο από το αρχείο του Λάκη Παπαστάθη όπως προβλήθηκε στο ντοκιμαντέρ «Χαίρω πολύ, Σαββόπουλος» και μεταδόθηκε από την ΕΡΤ

Στίχοι

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια

και με τους φίλους τους παλιούς

τριγυρνάμε στα σκοτάδια

κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε

με φωνές ηλεκτρικές

μες στις υπόγειες στοές

ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε

τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό)

ήρθε απ’ τη Σμύρνη το ’22 ( θα χαθώ απ’τα μάτια σου τα δυο)

κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)

σ’ ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ’ένα κατώι μυστικό)

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)

τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί)

(του λόγου σου οι πιστοί)

κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)

υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο

σαν ξωτικό να τριγυρνά

πάνω στη μοτοσικλέτα

και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα

βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)

βάλε στα όργανα φωτιά ( βάλε στα όργανα φωτιά)

να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά μα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)

η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά)

πηγές: altsantiri doncat