Ήρθες κι απόψε ξαφνικά
για λίγα χάδια και φιλιά
και χάθηκες στη νύχτα…”

Ένα πολύ όμορφο τραγούδι που κρύβει και αυτό από πίσω του μία πολύ όμορφη ιστορία έτσι όπως την είχε διηγηθεί ο ίδιος ο Αργύρης Μπακιρτζής σε σε παλαιότερη του συνέντευξη :

(…)«Η ιστορία της πρώτης εγγραφής του έχει πολύ ενδιαφέρον. Την πρώτη πλευρά του πρώτου μας δίσκου, την είχαμε γράψει σε διάστημα ενός μηνός περίπου, ενώ τη δεύτερη δεν προλάβαμε. Ενδιάμεσα αλλάξαμε κιθαρίστα, ο Παπάζογλου δεν είχε κονσόλα για να μας ηχογραφήσει κι έτσι καθυστερούσαμε πάνω από έξι μήνες να ολοκληρώσουμε το δίσκο. Ένα μεσημέρι παίρνει τηλέφωνο ο Παπάζογλου και μας λέει ότι βρήκε κονσόλα για μερικές ώρες, από μια άλλη ηχογράφηση που είχε τελειώσει πιο γρήγορα. Πήγαμε στο στούντιο και η δεύτερη πλευρά γράφτηκε όλη σε ένα απόγευμα, σε τρεις ώρες! Το τραγούδι αυτό το είχαμε αφήσει τελευταίο, επειδή είναι αρκετά δύσκολο για τη φωνή μου, ανεβαίνει πολύ ψηλά προς το τέλος. Το παίξαμε μια φορά, δεν μου άρεσε και είπα στον Παπάζογλου να το ξαναγράψουμε. Εκείνος είχε ένα ραντεβού, μάλλον με καμιά κοπέλα, και βιαζόταν, οπότε εξοργίστηκε και μίλησε άπρεπα. Ένοιωσα πολύ άσχημα. Ή έπρεπε να μαλώσω και να μη γίνει ο δίσκος, ή να σκύψω το κεφάλι και να το αφήσω να περάσει. Δεν ήξερα τι να κάνω. Οπότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η κοπέλα για την οποία είχα γράψει το τραγούδι και με την οποία είχα χαθεί , ως από μηχανής θεός, κατέβαινε τις σκάλες του στούντιο στο βάθος. Μόλις την είδα ξεχάστηκα και γράφτηκε η πολύ ωραία, συγκρατημένα δραματική, εκτέλεση του δίσκου.

Το ιστορικό καφέ-ζαχαροπλαστείο της Καβάλας , η “Μυροβόλος Άνοιξη”



Το τραγούδι μιλά για το σπίτι μου στην 7ης Μεραρχίας, ένα από τα τέσσερα που έχω αλλάξει σε 27 χρόνια στην Καβάλα. Ο στίχος “…το πολλαπλό σου είδωλο, στα κρύσταλλα κοιτάζω” αναφέρεται στα κρύσταλλα με κατακόρυφες λωρίδες, που πολλαπλασιάζουν τις σκιές, της εξώπορτας του διαμερίσματος. Ακόμη χρησιμοποίησα λέξεις και εκφράσεις που είχε πει εκείνη: “θέλεις, θέλω πάντα, έχεις κέφι, έχω πάντα, έλα απόψε, μην περάσεις, μωρό μου, δε θέλω, μην έρθεις, δεν έχω κέφι, μην έρθεις, ίσως έρθω, μην περάσεις, μωρό μου”. Με το στίχο “συχνάζεις στο Μικρό Καφέ κι εγώ στη Μυροβόλο” γίνεται μια αντιπαράθεση ανάμεσα στα δυο αυτά στέκια της Καβάλας. Το Μικρό Καφέ ήταν, κατά κάποιο τρόπο, πιο σινιέ, κι εκεί σύχναζαν κυριλέ, της πλάκας κυριλέ, τύποι, ενώ οι θαμώνες της Μυροβόλου ήταν, θα έλεγα, πιο αδέσμευτοι μέχρι οριακά φρικιά. Το τραγούδι περιγράφει επακριβώς αληθινές καταστάσεις. Ο στίχος “στην παμπ πηγαίνεις στις εννιά” αναφέρεται στο παλιό μπαράκι του Σαλαβάτη στη Βενιζέλου, το Vanitas, στο οποίο πήγαινα κάπου-κάπου (ένα από τα ελάχιστα μαγαζιά της Καβάλας, στα οποία σύχναζα).»

Μουσική-Στίχοι: Αργύρης Μπακιρτζής (Χειμερινοί Κολυμβητές)
Πρώτη εκτέλεση: Αργύρης Μπακιρτζής (Χειμερινοί Κολυμβητές)
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Νταλάρας
Δισκογραφία: “Χειμερινοί Κολυμβητές” (1981), “Ζωντανή ηχογράφηση στο Αττικόν” (1991)

Ἦρθες κι ἀπόψε ξαφνικὰ
γιὰ λίγα χάδια καὶ φιλιὰ
καὶ χάθηκες στὴ νύχτα.
Σ᾿ αὐτὸν τὸν κρύο τὸν καιρό,
μέσα στὸ σπίτι μοναχός,
διαβάζω, τραγουδάω.
Κι ἐνῷ ἀκούω τὸ χιονιᾶ,
τὸ πολλαπλό σου εἴδωλο
στὰ κρύσταλλα κοιτάζω.

Θέλεις; – Θέλω πάντα.
Ἔχεις κέφι; – Ἔχω πάντα.
Ἴσως ἔρθω… – Ἔλ᾿ ἀμέσως, μωρό μου.
Δὲ θέλω. – Μὴν ἔρθεις.
Δὲν ἔχω κέφι. – Μὴν ἔρθεις.
Ἴσως ἔρθω. – Μὴν περάσεις, μωρό μου.

Συχνάζεις στὸ «Μικρὸ καφὲ» κι ἐγὼ στὴ «Μυροβόλο»,
ἔτσι ποὺ ὅσο κι ἂν θέλουμε, ποτὲς δὲ θὰ ἰδωθοῦμε.

Ἐγὼ ξυπνάω ἀπ᾿ τὶς ἑφτά, ἐσὺ τὸ μεσημέρι
κι ὅταν τινάζω τὰ χαλιά, στὸ βόλεϊ πάντα τρέχεις.

Στὴν πὰμπ πηγαίνεις στὶς ἐννιά, ἐγὼ ἕντεκα μὲ μία,
ἔτσι ποὺ ὅσο κι ἂν θέλουμε, ποτὲς δὲ θὰ ἰδωθοῦμε.

Μὰ ποὺ θὰ πάει ὁ καιρὸς κι οἱ βουλισμένοι χρόνοι,
θὲ νά ῾ρθει κάποιο σούρουπο, ξανὰ ν᾿ ἀνταμωθοῦμε.

Πηγή