«Όταν κοιτάς από ψηλά» Το υπέροχο τραγούδι του Χατζή που λίγοι γνωρίζουν ότι γράφτηκε για τη χούντα

Υπάρχουν τραγούδια που τ΄ακούς ευχάριστα, άλλα που τ΄αγαπάς, μερικά τα συνδέεις με πρόσωπα-καταστάσεις αλλά και ελάχιστα που αγγίζουν την ψυχή σου. Το «Από το αεροπλάνο» ανήκει στην τελευταία κατηγορία!

"Όταν κοιτάς από ψηλά" Το υπέροχο τραγούδι του Χατζή που λίγοι γνωρίζουν ότι γράφτηκε για τη χούντα

Ο Κώστας Χατζής είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Με την κιθάρα και την ιδιότυπη φωνή του είναι ουσιαστικά ο πρώτος που τραγούδησε μπαλάντες με κοινωνικό περιεχόμενο.

Μια από αυτές τις μπαλάντες είναι και το πολύ όμορφο «Από το αεροπλάνο». Ένα τραγούδι σε μουσική του Κώστα Χατζή και στίχους της Σώτιας Τσώτου, που λίγοι γνωρίζουν ότι είναι γραμμένο με αφορμή το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 και τα όσα έζησε η εξαίρετη στιχουργός στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Η Σώτια Τσώτου ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 60 μια νεαρή ανερχόμενη δημοσιογράφος, που έκανε πολιτικό ρεπορτάζ για την εφημερίδα Ελευθερία. Η Εφημερίδα διέκοψε την κυκλοφορία της την 21η Απριλίου του 1967, την ίδια μέρα που έλαβε χώρα το στρατιωτικό πραξικόπημα. Η Σώτια Τσώτου με το κλείσιμο της εφημερίδας έμεινε άνεργη και σκέφτηκε να αναζητήσει δουλειά στη Θεσσαλονίκη, συγκεκριμένα στο συγκρότημα Βελλίδη, που εξέδιδε τις εφημερίδες Μακεδονία και Θεσσαλονίκη. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο του Ελληνικού αντίκρισε έκπληκτη τη χούντα σε όλο της το μεγαλείο: στρατός, άρματα μάχης και μια πληθώρα ανθρώπων που ήλεγχαν εξονυχιστικά όλους όσους έφταναν εκεί για να ταξιδέψουν ή όσους επέστρεφαν. Η Σώτια Τσώτου τη στιγμή που έπαιρνε το δελτίο επιβιβάσεως συνελήφθη, υποβλήθηκε σε εξονυχιστικό έλεγχο και αυστηρότατη ανάκριση που κράτησε ώρες ολόκληρες. Φυσικά έχασε το αεροπλάνο.

Αφού τελείωσε το μαρτύριο της και δεν βρέθηκαν εις βάρος της ενοχοποιητικά στοιχεία, αφέθηκε ελεύθερη. Έπειτα από τόσες ώρες στο ανακριτικό γραφείο του αεροδρομίου, ταλαιπωρημένη, αηδιασμένη και φοβισμένη, επιβιβάστηκε στο επόμενο αεροπλάνο για την Θεσσαλονίκη. Όταν απογειώθηκε, κοίταξε από ψηλά και είδε πως είχαν καταντήσει την Ελλάδα του Ρίτσου, του Σεφέρη και του Ελύτη οι συνταγματάρχες. «Κοίταξε πως φαντάζουν από εδώ ψηλά» σκέφτηκε. «Μυρμήγκια. Μοιάζουν μυρμήγκια οι άνθρωποι».

Πριν ακόμα σβήσει η επιγραφή του αεροπλάνου «προσδεθείτε», εκείνη έλυσε την ζώνη ασφαλείας και αισθάνθηκε να της φεύγει ένα βάρος, μαζί και ο φόβος που είχε νιώσει στα χέρια τους. Ένιωσε ελεύθερη και συγχρόνως θυμωμένη με όλα αυτά που είχε ζήσει και αντικρίσει στο αεροδρόμιο. Εκείνη τη στιγμή έδωσε μια υπόσχεση στον εαυτό της, ότι το πρώτο της ρεπορτάζ όταν θα ξανάβρισκε δουλειά, θα ήταν σχετικό με αυτά, αλλά και με τα συναισθήματα των ανθρώπων που βλέπουν τον κόσμο από ψηλά. Από το αεροπλάνο.

Τελικά φτάνοντας στην Θεσσαλονίκη δεν βρήκε δουλειά στο συγκρότημα Βελλίδη. Ήταν γραφτό να μην συνεχίσει την καριέρα της ως δημοσιογράφος. Έτσι, εκείνο το ρεπορτάζ που ετοίμαζε για τη στήλη κάποιας εφημερίδας έγινε ευτυχώς στίχος, αφού η Σώτια Τσώτου ασχολήθηκε από τότε με την ποίηση και το τραγούδι.

 

Πολύ με πίκρανες ζωή
μακριά θα φύγω ένα πρωί
θ’ ανέβω σ’ ένα αεροπλάνο
να δω τον κόσμο από κει πάνω

Όταν κοιτάς από ψηλά
μοιάζει η γη με ζωγραφιά
και συ την πήρες σοβαρά
και συ την πήρες σοβαρά

Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα
μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι
το μεγαλύτερο ανάκτορο
μοιάζει μ’ ένα μικρούλι τόπι

Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε
από ψηλά αν τους κοιτάξεις
θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι
που στη στιγμή θα τούς ξεχάσεις

Αγαπημένη μου, μην κλαις
πάμε μαζί ψηλά, αν θες
να δεις τη γη απ’ τη σελήνη
ένα φεγγάρι είναι και κείνη

Όταν κοιτάς από ψηλά
μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά
και συ τον πήρες σοβαρά
και συ τον πήρες σοβαρά

Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα
και τα κανόνια με παιχνίδια
από ψηλά δεν ξεχωρίζουνε
οι ομορφιές και τα στολίδια

Κι ό,τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε
από ψηλά αν το κοιτάξεις
θα σου φανεί τόσο ασήμαντο
που στη στιγμή θα το ξεχάσεις.