Όταν ο Πρωθυπουργός Πλαστήρας αναφώνησε: «Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;»

Άγνωστες ιστορίες ενός Ελληνα πρωθυπουργού που πέθανε πάμφτωχος.
Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος –έπασχε από φυματίωση – κι έμενε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι αλλ’ αυτός αρνήθηκε λέγοντας:
«Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».
Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα… Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε:
«Τι κάνω… σκάβω για να καλοτρώγω;».
Όταν του διασφάλισε φίλος να πάρει στεγαστικό δάνειο με χαριστικούς όρους γύρισε και του είπε:
«Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;» Έσκισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.
Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα του λέει:
– Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.
– Μα θα προσβληθεί…
– Δεν πειράζει… Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!
Το 1952, πρωθυπουργός ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης.
Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα:
«Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική.

«Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ…».
Σύμφωνα με δημοσίευμα ένας 65χρονος άνδρας ζήτησε εργασία στη ζυθοποιία «Φιξ».
Όταν τον ρώτησαν τι δουλειά μπορεί να κάνει απάντησε: «Μια απλή δουλειά σαν αυτή που σας προσφέρει ένας κοινός υπάλληλος». Οι υπεύθυνοι τον ρώτησαν πώς λέγεται: «Γεώργιος Πλαστήρας», απάντησε. «Τι σχέση έχετε με τον πρωθυπουργό;» τον ρώτησαν. «Αδελφός του είμαι!» – «Και γιατί δεν του λέτε να σας διορίσει κάπου;».
Η απάντηση του Γ. Πλαστήρα ήταν «Πηγαίνετε να τον ρωτήσετε εσείς!». Τελικά προσλήφθηκε αλλά ο στρατηγός όταν έμαθε ότι τόλμησε να πει ότι είναι αδερφός του Πρωθυπουργού τον υποχρέωσε να παραιτηθεί και του είπε ”Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου”.
Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω:
«Όταν πέθανε ο Πλαστήρας δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες.
Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: «Όλα για την Ελλάδα!».
Στα ατομικά του είδη βρέθηκε επίσης ένα χρεωστικό του Στρατού για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής και 8 δραχμές, με τη σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού ώστε να μην χρωστά στην πατρίδα! Όσο για το νεκρικό του κοστούμι, του το αγόρασαν οι φίλοι του, αφού ο μισθός του πήγαινε πάντα σε άπορους και ορφανά.







